Τρίτη 21 Ιουλίου 2026

Σημεία και Οράματα

 
Όλη αυτή η ιστορία με την Οδύσσεια του Christopher Nolan έχει πάρει τερατώδεις διαστάσεις - πιθανώς σε μια στοχευμένη απόπειρα του ίδιου του σκηνοθέτη, γνωστού για την εκκεντρικότητα των ιδεών του, να δημιουργήσει μια... μετα-ταινία με τις αντιδράσεις για την ταινία αυτή καθεαυτή - ωστόσο το θέμα είναι κατά πόσο όλα αυτά επηρεάζουν ή όχι την εικόνα που μπορεί ν' αποκτήσει κανείς για τα εκάστοτε πρωτότυπα έργα σε περιπτώσεις σαν κι αυτή, όπου οι επεμβάσεις τα αλλοιώνουν σημαντικά δημιουργώντας λανθασμένες εντυπώσεις  γι' αυτά. Κατ' αρχάς να διευκρινίσω ότι θεωρώ τον Nolan ευφυέστατο σκηνοθέτη, αν και κάποιες φορές η οπτική του μπορεί να φαίνεται λίγο εξυπνακίστικη, και κατά τη γνώμη μου το Prestige του είναι ανάμεσα στις κορυφαίες ταινίες όλων των εποχών.
 
Πριν από μερικά χρόνια έτυχε να δω την κινηματογραφική διασκευή του Basil του Wilkie Collins από την Radha Bharadwaj, και ομολογώ ότι σαν ταινία μου είχε αρέσει τότε, καθώς ήταν καλογυρισμένη, με ωραίες εικόνες, καλούς ηθοποιούς και μια υπόθεση που ήταν κάπως στερεοτυπική, αλλά κατάφερνε εντέχνως να σε κάνει να ξεχάσεις τα σημαντικά εκείνα στοιχεία που στο τέλος επανέρχονταν για να φέρουν την μεγάλη ανατροπή. Είχα μείνει λοιπόν μ' αυτή την εντύπωση, πιστεύοντας ότι και στο μυθιστόρημα η ιστορία εξελισσόταν πάνω κάτω με τον ίδιο τρόπο. Ώσπου έπεσε στα χέρια μου το βιβλίο.
 
Να πω εδώ πως όταν είδα την ταινία, δεν είχα γενικά υπ' όψιν μου το έργο του Collins. Αν το είχα, υπάρχει ισχυρή πιθανότητα να υποψιαζόμουν ότι αυτό που έβλεπα στην κινηματογραφική εκδοχή δεν υπήρχε περίπτωση να το έχει γράψει ο συγκεκριμένος συγγραφέας. Απορώ ωστόσο ακόμα πώς δεν μου είχε πάει στο νου ακόμα κι έτσι, καθώς μπορεί να μην είχα τότε διαβάσει βιβλία του, είχα όμως ασχοληθεί πάρα πολύ με άλλους, σύγχρονούς του συγγραφείς. Λίγη εξοικείωση να έχει κανείς με την αγγλική λογοτεχνία της Βικτωριανής εποχής, και δεν χρειάζεται πολλά για να καταλάβει πότε η εκάστοτε "διασκευή" μπάζει από παντού. Μυθιστοριογράφοι όπως ο Collins και ο Dickens δεν είχαν ποτέ απλές υποθέσεις στα έργα τους, κι ακόμα και στις περιπτώσεις αυτές πάντα υπήρχαν αποχρώσεις και δεύτερα και τρίτα επίπεδα στις αφηγήσεις τους. Ήταν επομένως τουλάχιστον αφελές να πιστέψω ότι όντως ο Collins έστησε όλο το θρίλερ της ζωής του Basil γύρω από την αποπλάνηση μιας κοπέλας από τον πατέρα του, γεγονός για το οποίο χρόνια αργότερα ο αδερφός της επέστρεψε για να πάρει εκδίκηση από τον εντελώς αθώο ήρωα. Όχι πως αυτό το θέμα δεν είχε προδιαγραφές για να γίνει αβανταδόρικο. O Collins θα μπορούσε να έχει δημιουργήσει ένα διαμαντάκι πάνω στη βάση αυτή - αν ήθελε. Έλα όμως που δεν ήθελε γιατί το θέμα του ήταν άλλο, και είχε τόσα πράγματα να πει - και άλλα τόσα να υπονοήσει - στήνοντας την αυθεντική ιστορία με τον τρόπο που την έστησε. Και το πιο σημαντικό, ενώ στην ταινία υπήρχε μια ξαδέρφη που είχε και καλά μεγαλώσει με τον Basil κι όταν εκείνος επέστρεψε στο πατρικό του μετά από χρόνια ξανασμίξανε και παντρευτήκανε, στο βιβλίο δεν υπάρχει καμία ξαδέρφη: η συγκεκριμένη κοπέλα είναι αδερφή του και όταν ο Basil επιστρέφει, μένουν οι δυο τους στο πατρικό σπίτι, απομονωμένοι από όλους αλλά ταυτόχρονα απελευθερωμένοι και απαλλαγμένοι από ό,τι τους είχε προκαλέσει τόση δυστυχία.
 
Οι αλλαγές λοιπόν που γίνονται σε ένα έργο και μπορούν δυνητικά να το στιγματίσουν, δεν έχουν να κάνουν αποκλειστικά με την εύστοχη ή όχι επιλογή του καστ, αλλά και με το πώς ο εκάστοτε σκηνοθέτης θα επινοήσει την εκδοχή που τον εκφράζει προσωπικά ή που θεωρεί ότι θα έχει μεγαλύτερη απήχηση στο κοινό. Λέγεται συνέχεια ότι πρέπει να σεβόμαστε το όραμα του σκηνοθέτη και την όποια ερμηνεία έχει δικαίωμα να δώσει σε ένα έργο όταν στήνει τη δική του εκδοχή. Το θέμα είναι, ωστόσο, ότι όπως ο σκηνοθέτης, έτσι και ο συγγραφέας είναι δημιουργός. Όσο οφείλουμε να σεβόμαστε το όραμα του σκηνοθέτη, άλλο τόσο οφείλουμε να σεβόμαστε και το όραμα του συγγραφέα, πόσο μάλλον όταν πάνω στο έργο του γίνεται η όποια παρέμβαση ή έστω ερμηνεία. Όπως λοιπόν ο σκηνοθέτης, έτσι και ο συγγραφέας πλάθει τους ήρωές του με κάτι συγκεκριμένο στο μυαλό του. Ό,τι χρησιμοποιείται συμβολικά σε ένα έργο μυθοπλασίας, αντιπροσωπεύει αυτό που είχε στο μυαλό του ο δημιουργός του. Και στην τελική, το όραμα του σκηνοθέτη κανονικά αφορά δημιουργίες που είναι αποκλειστικά δικές του, γι' αυτό και λέγεται όραμα σ' αυτή την περίπτωση. Η ερμηνεία ενός ήδη ολοκληρωμένου έργου είναι κάτι εντελώς διαφορετικό, αλλά όπως και νά' χει δεν είναι μια διαδικασία ανεξέλεγκτη, εφόσον αφορά κάτι που ήδη διατυπώνει ή συμβολίζει κάτι. 
 
Υπάρχουν βέβαια αξίες που είναι πανανθρώπινες, και βρίσκουν εφαρμογή σχεδόν παντού - από την άλλη, ωστόσο, όταν ένας δημιουργός μπαίνει στη διαδικασία να πλάσει έναν κόσμο λιγότερο ή περισσότερο ρεαλιστικό, πάντα ξεκινάει έχοντας κάτι στο μυαλό του, και πάντα κάπου καταλήγει, ανεξάρτητα αν στην πορεία της δημιουργικής διαδικασίας μπορεί κάποια πράγματα να διαφοροποιηθούν. Ιστορίες που ο σκοπός τους είναι ξεκάθαρα συμβουλευτικός ή διδακτικός, όπως για παράδειγμα οι παραβολές και ορισμένα παραμύθια, μπορούν να αποδοθούν με άπειρους τρόπους ακριβώς επειδή σ' αυτές τις περιπτώσεις δεν έχει σημασία ποιος πρωταγωνιστεί αλλά τι αντιπροσωπεύει. Σε μια σύγχρονη απόδοση της ιστορίας του Κάιν, για παράδειγμα, μπορεί να γίνει άνετα οποιοσδήποτε συνδυασμός προσώπων - αντί για δύο αγόρια, ας πούμε, να είναι δύο κορίτσια αδέρφια, ή ένα αγόρι κι ένα κορίτσι - γιατί τα πρόσωπα είναι απλά φορείς του μηνύματος που θέλει η ιστορία αυτή να περάσει. Η Κοκκινοσκουφίτσα θα μπορούσε να είναι ένα μικρό αγόρι, γιατί το θέμα του παραμυθιού είναι οι κίνδυνοι του έξω κόσμου, και ο καθένας μπορεί να παρασυρθεί και θέσει τη ζωή του σε κίνδυνο έτσι κι αλλιώς. Όταν όμως οι κεντρικοί χαρακτήρες είναι αυτοί που ουσιαστικά διαμορφώνουν την ιστορία με τον συμβολισμό που κουβαλάνε σε απόλυτη συνάρτηση με το πώς έχουν συλληφθεί σαν πρόσωπα της πλοκής, τότε αλλάζει το θέμα. 
 
Είδα πρόσφατα την ταινία One Battle After Another, η οποία είναι βασισμένη στο μυθιστόρημα Vineland του Thomas Pynchon. Βέβαια ο Paul Thomas Anderson είχε την "εξυπνάδα" να διευκρινίσει ότι η ταινία του είναι πολύ χαλαρά εμπνευσμένη από το βιβλίο, ωστόσο και μόνο η συσχέτιση μόνο σε καλό δεν της βγήκε τελικά. Οι αλλαγές που έχει κάνει ο Anderson στο σενάριό του είναι μεν αρκετές και σημαντικές ώστε να διαχωρίσουν θεωρητικά την ταινία από το βιβλίο, ωστόσο ο τρόπος που χειρίζεται τους ήρωές του σε σχέση και με την περιρρέουσα ατμόσφαιρα της ιστορίας του καταλήγει να είναι εξαιρετικά αμήχανος, γιατί ουσιαστικά δεν έχει αποδεσμεύσει τους χαρακτήρες από την αλληγορική τους υπόσταση (σημειωτέον ότι το βιβλίο του Pynchon είναι πέρα για πέρα αλληγορικό και οραματικό), με αποτέλεσμα μέσα στο καινούριο, ρεαλιστικό πλαίσιο όπου τους έχει θέσει να μοιάζουν σαν καρικατούρες γιατί το συμβολικό κομμάτι, που ουσιαστικά έχει παραμείνει, δεν λέει τίποτα ιδωμένο από αυτή την "ανανεωμένη" - ο Θεός να την κάνει - οπτική. Επιφανειακά αν τη δεις, είναι μια διασκεδαστική περιπέτεια χωρίς πολλά - πολλά, αλλά έχω την αίσθηση ότι δεν ήταν αυτός ο σκοπός του σκηνοθέτη. Σε ένα δεύτερο επίπεδο, χωλαίνει απίστευτα και τελικά δεν καταλαβαίνεις καν πού θέλει να καταλήξει. Ή για την ακρίβεια, καταλαβαίνεις πολύ καλά πού θέλει να καταλήξει, αλλά στην πράξη δεν του βγαίνει με τίποτα, γιατί ο αρχικός συμβολισμός των χαρακτήρων λειτουργούσε τελείως διαφορετικά και αφορούσε καταστάσεις και έννοιες πολύ πιο γενικευμένες και διαχρονικές. 
 
Η Frenesi, η χίπισσα ηρωίδα του βιβλίου, για παράδειγμα, συμβολίζει μια Αμερική που πλέον δεν υφίσταται, που είχε οράματα για το μέλλον και έβλεπε τον κόσμο μέσα από το δικό της γοητευτικά διαστρεβλωμένο πρίσμα. Εκεί μέσα είχαν θέση όλα τα αναρχικά στοιχεία, ό,τι τέλος πάντων αντιτίθεται στο σύστημα παγκοσμίως και διαχρονικά, και η ίδια, ερχόμενη από το δικό της έξαλλο παρελθόν, ουσιαστικά ζούσε στον κόσμο της, αλλά αυτό δεν την σταματούσε από το να συμμετέχει με τον δικό της τρόπο στην κοινωνία και να επιβάλλει την παρουσία της. Η δράση της και ο χαρακτήρας της αφορούν την Αμερική στο σύνολό της, το ταραγμένο παρελθόν της χώρας των τελευταίων δεκαετιών και την πολιτιστική κληρονομιά της όπως αυτή διαμορφώθηκε μέσα από τις πολιτικοκοινωνικές ανακατατάξεις και αναταράξεις από τη δεκαετία του '60 και μετά, μέσα σε ένα πλαίσιο που περικλείει ένα μεγάλο και σημαντικό κομμάτι της αμερικανικής ιστορίας. Άλλωστε και ο τίτλος του βιβλίου, που είναι η ονομασία της φανταστικής περιοχής όπου διαδραματίζεται η ιστορία, παραπέμπει στο όνομα που έδωσαν στην Βόρεια Αμερική οι πρώτοι Βίνινγκς που έφτασαν εκεί. Με άλλα λόγια, το βιβλίο είναι ένας καμβάς γεμάτος επιμέρους εικόνες που αποτυπώνουν πολιτικές αλλαγές, αντιστασιακά ή πολιτιστικά κινήματα, προσωπικότητες καίρες για την εξέλιξη της χώρας στο σύνολό της, όλα αυτά μέσα από τη συμβολική σχεδίαση μιας προσεκτικά στημένης εναλλακτικής πραγματικότητας που, σε ένα τρίτο επίπεδο, φαίνεται να έχει της βάσεις της στο εξίσου οραματικό αλλά πιο περιορισμένο χρονικά και τοπικά In Watermelon Sugar του Richard Braudigan. Το να πάρεις όλον αυτόν τον πλούτο, να τον απογυμνώσεις από τις ουσιαστικές και περίπλοκες διακλαδώσεις του και τον μετατρέψεις σε μια ακόμα καταγγελία για τον ρατσισμό που υφίστανται κοινωνικές και φυλετικές ομάδες στην Αμερική, μετατρέποντας τη λευκή χίπισσα σε σεξουαλικά αχόρταγη μαύρη ακτιβίστρια, δεν μπορεί να ιδωθεί σαν κάτι περισσότερο από την καταφυγή στην εύκολη λύση η οποία θα γίνει μεν άμεσα κατανοητή από τον μέσο θεατή, πάντα με τις απαραίτητες - στην πραγματικότητα, περιττές - επεξηγήσεις, αλλά ταυτόχρονα θα συρρικνώσει το αρχικό έργο σε μια αδιάφορη, μονοδιάστατη ταπετσαρία.
 
Όταν ο Charles Dickens συνέλαβε την Estella σαν αντικείμενο του πόθου του νεαρού Pip στις Μεγάλες Προσδοκίες, η εικόνα που της απέδωσε δεν ήταν τυχαία. Η  Estella δεν ήταν απλά μια πανέμορφη κοπέλα που είχε μεγαλώσει εκπαιδευμένη να βασανίζει τους άντρες που υπέκυπταν στην γοητεία της. Της αποδίδονται συγκεκριμένα χαρακτηριστικά, τα οποία μπορεί να μην αναλύονται με λεπτομερή περιγραφή, ωστόσο δίνονται αρκετά στοιχεία γι' αυτά ώστε να γίνεται άμεσα κατανοητό ότι η Estella είναι ακριβώς αυτό που αποκαλούσαν "English Rose". Είναι καστανή, με κατάλευκο δέρμα, ροδαλά μάγουλα και εντυπωσιακά ανοιχτόχρωμα μάτια. Όλο αυτό δεν έχει να κάνει με το ότι ανήκει στη λευκή φυλή - δεν είναι δηλαδή πρότυπο ομορφιάς επειδή είναι λευκή - αλλά γιατί αποτελεί ουσιαστικά την επιτομή συγκεκριμένα της αγγλοσαξωνικής ομορφιάς της Βικτωριανής εποχής. Με άλλα λόγια η Estella αντιπροσωπεύει ακριβώς αυτό που στην Αγγλία θεωρείται πατροπαράδοτα και διαχρονικά η απόλυτη απεικόνιση της ομορφιάς, και για γυναίκες αλλά και άντρες (ανάλογα περιγράφει και ο Henry Fielding τον Tom Jones στο μυθιστόρημα The History of Tom Jones, a Foundling, για παράδειγμα - και ο Jacob Frye από το video game Assassin's Creed Syndicate που διαδραματίζεται στο Βικτωριανό Λονδίνο, σ' αυτό ακριβώς το πρότυπο ανταποκρίνεται) και ιδιαίτερα για την εποχή στην οποία εκτυλίσσεται η ιστορία. Κι αυτό έχει πάρα πολύ μεγάλη σημασία και για τον ίδιο τον χαρακτήρα της Estella, αλλά, κυρίως, για τον κεντρικό ήρωα, πόσο μάλλον που και οι δύο ζουν στην Αγγλία και το συγκεκριμένο πρότυπο ομορφιάς και τους αφορά άμεσα, αλλά και τους είναι απόλυτα οικείο. Η μαύρη Estella της πρόσφατης σειράς του BBC ήταν εκτός τόπου και χρόνου, όχι μόνο εξαιτίας των αχρείαστων - για το θέμα της συγκεκριμένης ιστορίας - κοινωνικοπολιτικών εντάσεων που αναπόφευκτα κουβαλούσε μαζί της, αλλά κυρίως επειδή σαν εικόνα δεν συνάδαινε καθόλου με την ευρύτερη αντίληψη της Βικτωριανής Αγγλίας. Ειδικά η Estella από όλους τους χαρακτήρες του βιβλίου δεν ήταν δυνατόν να αποδοθεί με άλλο τρόπο, γιατί αυτό είναι ουσιαστικά το θέμα: ότι όταν ο Pip την αντικρίζει, βλέπει ουσιαστικά το οικείο πρότυπο της αγγλικής ομορφιάς ολοζώντανο μπροστά του. 
 
Όπως επίσης εκτός τόπου και χρόνου ήταν ο μαύρος Wesker στην ανεκδιήγητη σειρά του Netflix που με αξιοθαύμαστο θράσος έφερε τον τίτλο Resident Evil. Υπάρχει συγκεκριμένος λόγος που στα αγαπημένα μας video games της Capcom ο Albert Wesker είναι λευκός και ξανθός, και όσοι γνωρίζουν έστω και τα βασικά για το συγκεκριμένο franchise, το ξέρουν αυτό πολύ καλά. Κάτι που αυτόματα μας δίνει να καταλάβουμε πόσο άσχετοι με το θέμα ήταν αυτοί που καταπιάστηκαν με τη δημιουργία της σειράς. Αλλάζοντας τον Wesker με τον τρόπο που έγινε, αναιρείται ουσιαστικά όλη η ύπαρξη του σύμπαντος των παιχνιδιών καθώς παύει να υφίσταται ένα βασικό κομμάτι της "μυθολογίας" πάνω στην οποία βασίζονται. Και όχι, δεν μπορούμε να επανεφεύρουμε τα πάντα. Και ούτε είναι δικαιολογία το ότι πρόκειται για φανταστικά πρόσωπα. Είτε μιλάμε για τον Wesker είτε για την Estella, είναι χαρακτήρες που προήλθαν από την έμπνευση κάποιων δημιουργών που τους οραματίστηκαν με συγκεκριμένα χαρακτηριστικά για πολύ συγκεκριμένους λόγους. 

Κάπως έτσι και η Ωραία Ελένη δεν θα μπορούσε να αποδοθεί με άλλο τρόπο πέρα από το πώς περιγράφεται στην Οδύσσεια - με ένα περιθώριο για μικρές παραλλαγές πάντα - όχι επειδή έπρεπε σώνει και καλά να είναι λευκή, αλλά επειδή η ομορφιά της, το παρουσιαστικό της εν πάσει περιπτώσει, αφορά ένα πολύ συγκεκριμένο ιστορικό και γεωγραφικό πλαίσιο, και λειτουργεί σαν ένα σύμβολο που, όσο κι αν στις προεκτάσεις του μπορεί να ξεφεύγει από τα σύνορα του ελλαδικού / μεσογειακού χώρου, στην βάση του παραμένει άρρηκτα συνδεδεμένο με την εποχή και την γεωγραφική περιοχή στην οποία τοποθετείται και δεν μπορεί να ιδωθεί αποδεσμευμένο απ' αυτό. Όπως και στην περίπτωση της Frenesi του Pynchon, που έγινε η Perfidia του Anderson, έτσι και η Ελένη του Ομήρου μεταλλάχτηκε μεν εύκολα στην Ελένη του Nolan, αλλά πρακτικά έχασε όλη της την υπόσταση σαν ουσιαστική συμβολική απεικόνιση των ιδεών / αντιλήψεων / προτύπων για τα οποία ουσιαστικά δημιουργήθηκε στην αρχική της, αυθεντική σύλληψη.

Από την άλλη, ο Heathcliff από τα Ανεμοδαρμένα Ύψη θα μπορούσε πολύ άνετα να απεικονιστεί σαν μαύρος ή μιγάς, γιατί αυτό το έντονο - για τα δεδομένα εκείνης της εποχής - χαρακτηριστικό θα τον έθετε αυτόματα στο περιθώριο, στο οποίο ήταν έτσι κι αλλιώς καταδικασμένος (κάτι που έχει ήδη γίνει στην αξιόλογη εκδοχή της Andrea Arnold). Ωστόσο η αλήθεια είναι ότι μια τέτοια απόδοση είναι πάρα πολύ προφανής, και θέτει εντελώς ξεκάθαρα το γιατί ο Heathcliff θεωρούνταν παρίας. Το γεγονός ότι ο Heathcliff της Emily Brontë είχε μεν κάποια χαρακτηριστικά που τον ξεχώριζαν από τον περίγυρό του αλλά ουσιαστικά έμοιαζε και δεν έμοιαζε με τους "ευγενείς" λευκούς, έκανε την περιθωριοποίησή του ακόμα πιο δραματική. Επομένως δεν ήταν καθόλου άστοχη η επιλογή της Emerald Fennell να δώσει τον ρόλο στον Jacob Elordi, έναν λευκό ηθοποιό - οι παλιότεροι ίσως θυμούνται τη σειρά Η σκλάβα Ιζάουρα, όπου η ηρωίδα, που ήταν ουσιαστικά μιγάδα αλλά τα χρώματα και τα χαρακτηριστικά της την ενέτασσαν στη λευκή φυλή, ακριβώς επειδή δεν ήταν "καθαρή" λευκή παρ' όλο που αυτό δεν φαινόταν, εξακολουθούσε να είναι σκλάβα, κάτι που έκανε την κατάστασή της ακόμα πιο ασφυκτική. Ειλικρινά θεωρώ ιδιαίτερα δυσανάλογες τις εξωφρενικές αντιδράσεις που είδαμε για την επιλογή του Elordi στα Ανεμοδαρμένα Ύψη τη στιγμή που ελάχιστα απείχε από τον ήρωα της Brontë, ενώ παράλληλα θεωρήθηκε καλλιτεχνική άποψη όταν η Jodi Turner-Smith, μια μαύρη ηθοποιός, επιλέχθηκε για να ερμηνεύσει την εμβληματική για την ιστορία της Αγγλίας (και ιστορικό πρόσωπο, σημειωτέον) Anne Boleyn. Και δεν είδα κανέναν να σπεύδει να υπερασπιστεί το καλλιτεχνικό όραμα της Fennell η οποία, παρεμπιπτόντως, έχω αρχίσει να πιστεύω ότι επέλεξε τον Elordi για να εικονογραφήσει κυριολεκτικά τα ανεμοδαρμένα ύψη, καθώς το ύψος του συγκεκριμένου ηθοποιού είναι οριακά δυσθεώρητο.

 

Οι ταινίες και σειρές που σχολιάζονται στο άρθρο: 

Basil (1998)
One Battle After Another (2025)
Great Expectations (2023) 
Resident Evil (2022)
The Odyssey (2026)
Wuthering Heights (2026) 
Anne Boleyn (2021)