Σάββατο 29 Αυγούστου 2026

Fortress (1985)

 
Δεν ξέρω σε πόσους μπορεί να έχει τύχει να τους "στοιχειώσει" μια ταινία, σε μένα πάντως έχει συμβεί μερικές φορές, για διαφορετικούς λόγους και με διαφορετικούς τρόπους. "Στοίχειωμα" πάντως οριακά με την κυριολεκτική σημασία της λέξης έχω πάθει με μία ταινία σ' όλη τη διάρκεια της ζωής μου που βλέπω ταινίες (και έχω δει πάρα πολλές!) Ίσως να ήταν η συγκυρία, η εποχή, η ηλικία μου τότε (πήγαινα Λύκειο αν θυμάμαι καλά) - δεν μπορώ να ξέρω ποιοι ήταν οι πιο καθοριστικοί παράγοντες γι' αυτή την εξέλιξη, πάντως θυμάμαι ότι για πάρα πολλά χρόνια από τότε που την είδα, μου ερχόταν στο μυαλό χωρίς να το θέλω, και επίσης χωρίς να θέλω σκιαζόμουν και αγριευόμουν. Πρόκειται για την ταινία "Fortress", μια σχετικά underground αυστραλέζικη παραγωγή του 1985 (τονίζω το "αυστραλέζικη" καθώς αργότερα γυρίστηκαν κι άλλες ταινίες με τον ίδιο τίτλο, αλλά τελείως άλλο θέμα). Να πω εδώ ότι οι αυστραλέζικες ταινίες είναι πολύ ιδιαίτερες, έχουν ένα κλίμα πολύ διαφορετικό από τις αμερικανικές ή τις ευρωπαϊκές - ιδίως οι περιπέτειες: είναι πιο ρεαλιστικές, πιο αλουστράριστες, και ίσως γι' αυτό τις αντιλαμβάνεσαι και σε πιο άμεσο επίπεδο. 
 

Στην ταινία αυτή, μια συμμορία κακοποιών απάγει τα παιδιά και τη δασκάλα ενός απομονωμένου μονοθέσιου σχολείου, με σκοπό να απαιτήσουν λύτρα με αντάλλαγμα την απελευθέρωση των ομήρων. Ένα από τα πλέον ανατριχιστικά στοιχεία της ιστορίας είναι ότι οι κακοποιοί έχουν καλυμμένα τα πρόσωπά τους με αποκριάτικες μάσκες - και μα την Παναγία, η σκηνή όπου εμφανίζονται σταδιακά έξω από τα παράθυρα του ισόγειου σχολείου φορώντας τες, πραγματικά κάνει και τα πιο καραμπινάτα θρίλερ να κλαίνε στη γωνία σε εμβρυική στάση. Σε κάποια φάση η δασκάλα, την οποία υποδύεται η Rachel Ward (η "Μέγκι" από την διάσημη σειρά "Τα πουλιά πεθαίνουν τραγουδώντας") με τη συνωμοτική βοήθεια δύο ή τριών μεγαλύτερων παιδιών (καθ΄ότι μονοθέσιο, το σχολείο έχει στην τάξη του παιδιά απ' όλες τις ηλικίες), κατορθώνει να ξεγελάσει τους κακοποιούς και μαζί με όλα τα παιδιά το σκάνε από την ομηρία. 
 
 
Ωστόσο εκεί είναι που αρχίζει το πραγματικό θρίλερ, καθώς οι κακοποιοί τους κυνηγάνε ανελέητα σε βουνά, λαγκάδια, σπηλιές σκέτες, σπηλιές με νερό που φτάνει μέχρι το σαγόνι, χαντάκια, ποτάμια, σε ό,τι μπορεί να υπάρχει στην άγρια αυστραλέζικη ύπαιθρο. Ώσπου κάποια στιγμή τα θύματα φτάνουν στο αμήν, παύουν πια να είναι τα θηράματα και γίνονται οι θηρευτές. Αναπάντεχα για τους κακούς, οι οποίοι ποντάρουν όχι τόσο στη δύναμη των όπλων τους όσο στον φόβο που εμπνέπουν στα θύματά τους, παρασυρμένοι από αυτήν ακριβώς την (ψευδ)αίσθηση υπεροχής, δεν αντιλαμβάνονται καν το σημείο εκείνο όπου τα θύματα φτάνουν πια στο ανώτερο όριο του φόβου, που πρακτικά σημαίνει ότι από εκεί και πέρα ο φόβος μεταλλάσσεται σε αναισθησία και αυτόματα ξεκινάει η αντίστροφη μέτρηση για τους μέχρι τότε κυρίαρχους. Η κατάληξη είναι εντελώς αντρεπτική, αδυσώπητη και εξίσου ανατριχιαστική με την έναρξη, αλλά αυτή τη φορά μαζί με κάθαρση και δικαίωση για τα παιδιά και τη δασκάλα τους. 
 

Νομίζω πως πρόκειται πλέον για μία ταινία εντελώς cult (αν δεν είναι ήδη, σίγουρα θα γίνει στο μέλλον), ιδίως αν σκεφτεί κανείς πόσο απλό ουσιαστικά είναι το σενάριό της αλλά και τα τεχνικά της μέσα. Ένα θρίλερ που δεν το πιάνει το μάτι σου αρχικά, αλλά φροντίζει να σε κάνει να το παρακολουθείς και με τα δύο γουρλωμένα, μεταδίδοντάς σου ακόμα και την παραμικρή εναλλαγή στα συναισθήματα των ηρώων, οι οποίοι καταφέρνουν τελικά να υπερισχύσουν επιστρατεύοντας πρωτίστως κάτι που οι κακοποιοί προφανώς περιφρονούσαν: το μυαλό. Αυτά επίσης για όσους πιστεύουν ότι το επάγγελμα του δασκάλου είναι εύκολο!
 

 

Τετάρτη 26 Αυγούστου 2026

Οικογένεια Ελβετών Ροβινσώνων (1960)

Μια πολύ έντονη ανάμνηση από την παιδική μου ηλικία ήταν πάντα η παρακολούθηση μιας ταινίας που έτυχε να παίζει τότε η τηλεόραση - όταν ακόμα τα κανάλια ήταν δύο και δεν είχαμε τις άπειρες επιλογές που υπάρχουν τώρα. Η ιστορία της είχε να κάνει με τα μέλη μιας οικογένειας που βρέθηκαν ναυαγοί σε ένα τροπικό νησί και αφού ανακάλυψαν την πλούσια χλωρίδα και πανίδα της περιοχής, εγκαταστάθηκαν εκεί μην έχοντας για ένα μεγάλο διάστημα τρόπο διαφυγής. Αυτό που είχε χαραχτεί στη μνήμη μου, όπως αμυδρά το θυμάμαι ακόμα, ήταν το δεντρόσπιτο που είχαν κατασκευάσει στην αυτοσχέδια αυλή τους  - είχε κάτι αυτή η εικόνα που μου δημιουργούσε ένα ευχάριστο, ζεστό συναίσθημα, μια αίσθηση οικειότητας και θαλπωρής. Το ξύλινο σπίτι πάνω στο δέντρο, μέσα στην καταπράσινη ζούγκλα και τόσο κοντά στην ονειρική θάλασσα, λειτουργούσε πάντα σαν ένα "καταφύγιο" της σκέψης μου, κι είναι αυτό κάτι που το αποκωδικοποίησα πάρα πολλά χρόνια αργότερα. 

Η ταινία λεγόταν "Οικογένεια Ελβετών Ροβινσώνων", είχε γυριστεί το 1960 από τον Ken Annakin με πρωταγωνιστές τον John Mills και την Dorothy McGuire, και βασιζόταν στο ομώνυμο βιβλίο του Johann David Wyss που είχε γραφτεί το 1812. Από τότε δεν έτυχε να ξαναδώ την ταινία, και δεν ξέρω πώς θα μου φαινόταν τώρα, ωστόσο αυτή η εικόνα του δεντρόσπιτου στη ζούγκλα εξακολουθεί να μου προξενεί τα ίδια συναισθήματα.

Παρεμπιπτόντως μόλις συνειδητοποίησα ότι η αριστουργηματική "Ακτή του Κουνουπιού" του Peter Weir θα μπορούσε να είναι η πιο φιλοσοφική, δραματική εκδοχή αυτής της ιστορίας! 


 

Κυριακή 23 Αυγούστου 2026

Ο Θάνος Βελλούδιος αφηγείται τη ζωή του

Το 1989, ο δημοσιογράφος Δημήτρης Γκιώνης συνομίλησε με τον Θάνο Βελλούδιο σε μια ιδιότυπη συνέντευξη κατά την οποία ο θρυλικός πολυπράγμων και ιδιοφυής αεροπόρος εξιστόρησε με τον δικό του μοναδικό τρόπο σημαντικά κεφάλαια από την ιστορία της ζωής του. Η συναπαστική αυτή αφήγησή του δημοσιεύτηκε στην Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία στις 11 Ιουνίου του 1989, και ψηφιοποιήθηκε για πρώτη φορά το 2019 για την εφημερίδα LIFO. 

Η συνέντευξη στη LIFO

"Oνομάζομαι Θάνος Αλέξανδρος Δημήτρη Μούρραης Βελλούδιος. Εγεννήθηκα εις την οδόν Λυκαβηττού και Ακαδημίας, όπου είχαμε ένα σπίτι 27 δωματίων, το 1895. Ο πατέρας μου Δημήτριος, βοηθός επί 15 χρόνια του αστρονόμου Χέρσελ Λεζέν στο Παρίσι, ήτο καθηγητής στο Πολυτεχνείο Αθηνών, εις τα μαθηματικά. Η μητέρα μου Ειρήνη ήτο κόρη του αρχαιολόγου πρυτάνεως του Πανεπιστημίου Αθηνών Αθανασίου Ρουσοπούλου, του οποίου σύζυγος ήτο η Λουίζα Μούρραη, μία Αγγλίδα κυρία ευγενούς καταγωγής των δουκών του Άρθουρ, ένας εκ των οποίων είχε έλθει και έδωσε την ζωήν του εις την Ελληνικήν Επανάστασιν του 1821. Η μητέρα μου πέθανε ενάμισι χρόνο μετά την γέννησίν μου και ο πατέρας μου, που επέθανε και αυτός το 1909, εφρόντισε να μας μεγαλώση, μαζί με την αδελφήν μου, την γνωστήν ξεναγόν Μαρίκα Βελλουδίου, όσον καλύτερα ημπορούσε.

Επήγαμε πρώτον εις το νηπιαγωγείον της Γερμανικής Σχολής για ένα χρόνο και εν συνεχεία εις το νηπιαγωγείον των αδελφών Τριανταφυλλίδου, επί της οδού Πανεπιστημίου, απέναντι από το Αρσάκειον. Μετά ταύτα εγώ επήγα εις το Ελληνικόν Εκπαιδευτήριον του Δημητρίου Μακρή, όπου έβγαλα το τότε σχολαρχείον, και μετά επήγα εις την Α’ γυμνασίου, εκεί κάπου εις την οδό Θησέως, πάροδον της οδού Ερμού. Εμεγάλωσα τη καλή φροντίδι των πολύ καλών συγγενών μου, του Μιχαήλ Βελλουδίου, εφόρου του Ωδείου Αθηνών και μαθητού του Ταλανμπέρ, μαθητού του Σοπέν στο Παρίσι. Αυτός μας εφρόντιζεν, καθώς και η θεία Αρετή Βέρθα, κόρη του εκ μητρός πάππου μου Ρουσόπουλου. Αφού έβγαλα το γυμνάσιον, με έστειλαν στο Σεγκάλ της Ελβετίας, εις ένα πολύ καλό ινστιτούτον, όπου είμεθα 300 μαθητές από 30 διαφορετικές εθνότητες. Εκεί έγινα φίλος με τον κύριον Μεσσηνέζη, του οποίου θείος ήτο ο Μιχαήλ Εμπειρίκος, εν Λονδίνω. Εκεί, εις το Σεγκάλ, ήρχοντο και επετούσαν τα πηδαλιούχα του κόμητος Ζέπελιν κι εγώ αμέσως ενεπνεύσθην την αγάπην διά το πέταγμα. Έτσι, πηγαίνοντας εις την Αγγλίαν, εις το γραφείον των Εμπειρίκων, των εφοπλιστών, μου εδόθη η ευκαιρία. 

Εξερράγη τότε ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος και το αγγλικό ναυαρχείο εζητούσε εθελοντάς. Έκανα μίαν αίτησιν, η οποία και εγένετο δεκτή και μου είπαν ότι θα με στείλουν εις τας σχολάς που είχαν εις το Μούνδρον. Εγώ τότε επέστρεψα εις Αθήνας, όπου ο υποπλοίαρχος Μωραϊτίνης εζητούσε εθελοντάς διά την αεροπορίαν. Η ελληνική αεροπορία διέθετε τότε περί τα 10 αεροπλάνα κι εγώ ήμουν ένας εκ των πρώτων 5 αεροπόρων. Εκεί, λοιπόν, με πρωτοεμύησεν εις το πέταγμα ο Μωραϊτίνης. Εζούσαμεν εις τρεις κωνικάς σκηνάς εις το Δέλτα του Φαλήρου. Μετά μας επήγε εις το Μούνδρον, όπου είχαν οι Άγγλοι σχολήν αεροπορικήν. Εκεί μας εκπαίδευσαν σε κάτι πρωτόγονα αεροπλάνα, και με 5 ώρες πτήσιν, επειδή οι Άγγλοι ήθελαν να έχουν επιτυχίας αεροπορικάς, μας έστειλαν να βομβαρδίσωμε το Γκέμπεν και το Μπρέσλαο, δύο θωρηκτά τα οποία είχαν εκχωρήσει οι Γερμανοί εις τους Τούρκους. Επηγαίναμεν, λοιπόν, και επιπερίζαμεν με τις βόμβες τις τουρκικές και γερμανικές θέσεις κατά μήκος του Βοσπόρου και της Προποντίδος. Θυμάμαι ότι υπήρχε ένας μεγάλος προβολεύς, ο οποίος μας ενετόπιζεν αμέσως όταν επηγαίναμε να βομβαρδίσωμε, και όπου ο αεροπόρος Χάμπας τον έσβησεν αυτόν τον προβολέα, αλλά έσβησε και την ζωήν του, διότι τον επολυβόλησαν και τον έρριξαν. 

Εκεί εμείναμε μέχρι τέλους του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, με αρκετήν κακουχίαν. Εμέναμε εις κωνικάς σκηνάς κι ερχόταν ο κρύος βοριάς από τα Δαρδανέλλια και την Ρωσία κι εξεπαγιάζαμε, αλλά, τέλος πάντων, πόλεμος ήτο, οι Άγγλοι μας εχορηγούσαν τρόφιμα και βενζίνη. Κι έτσι ετελείωσεν αυτός ο πόλεμος και επήγα εις το Φάληρον να συνεχίσω τις πτήσεις μαζί με τους άλλους αεροπόρους. Οπότε το 1919 άρχισε η Μικρασιατική Καταστροφή, όπου ο Ελευθέριος Βενιζέλος, ενισχυόμενος από τους Άγγλους, μας επήγε εις την Μικράν Ασίαν. Εκεί εγώ είχα γίνει πια σημαιοφόρος της ναυτικής αεροπορικής υπηρεσίας, κι επειδή ήμουν αρχαιότερος από τους άλλους 6 ή 7 αεροπόρους, ήμουν διοικητής εις το αεροδρόμιον Καζαμίρ, έξω από την Σμύρνην. Από εκεί εκάναμε διαφόρους βομβαρδιστικάς επιχειρήσεις εις την εσωτέραν Μικράν Ασίαν. 

Κι έτσι ήρθε η στιγμή όπου ο κύριος Δημήτριος Νότη Μπότσαρης, όταν ο στρατός μας είχε προχωρήσει μέχρι της Πανόρμου, επί της Προποντίδος, με διέταξε το πρωί της 25ης Ιουνίου 1920 να πάω να ιδώ την Μεραρχίαν Αρχιπελάγους, η οποία επρόκειτο να βαδίσει προς ανατολάς διά να καταλάβει την Προύσσαν. Εγώ επετούσα με το πρωτόγονο αεροπλάνο μου, το Μπλεριό, πάνω από την μεραρχίαν, η οποία ήτο συγκεκροτημένη από Αιγαιοπελαγίτες στρατιώτες. Επετούσα χαμηλά, πάνω από τα κεφάλια των, αυτοί δε επετούσαν με ενθουσιασμόν τα δίκωχά των κι εγώ έβλεπα εις το βάθος το όρος Όλυμπος της Βιθυνίας να λαμπυρίζει με την χιονισμένην κορυφήν του, η δε ευωδία από τα δένδρα έφθανε μέχρι του αεροπλάνου μου. Έτσι πετώντας έφθασα επιτέλους εις την Προύσσαν. Εκεί δεν είδα καμμίαν κίνησιν να περιμένη την προχωρούσαν Μεραρχίαν Αρχιπελάγους. Τότε διέκρινα εις τα παρυφάς της Προύσσης, μέσα σε σύδενδρα υψηλοτάτων δένδρων, έναν ανοικτόν χώρον κι ένα στρατιωτικόν οίκημα, καθώς εφαίνετο, και απεφάσισα αιφνιδίως να κατεβώ. Είχα μαζί μου την ελληνικήν σημαίαν, ως είδος σαβάνου εάν έπεφτα πουθενά, την οποία επήγα και την εκρέμασα εις την πύλην αυτού του οικοδομήματος, που ήτο η σχολή των Τούρκων ευελπίδων, και επέστρεψα ταχύτατα εις το αεροπλάνο μου, του οποίου η ξύλινη έλιξ περιεστρέφετο, διότι δεν είχα σβήσει την μηχανήν, και απεγειώθην από το λασπώδες εκείνο έδαφος. Την ίδια στιγμή ομοβροντίες πυκνών εχθρικών πυροβολισμών από τους Τσέτας, τους ατάκτους Τούρκους, οι οποίοι ήσαν κρυμμένοι εις το δάσος κι εκαραδοκούσαν, ενημέρωσαν τους επικεφαλής της στρατιάς διά την παρουσίαν των. 

Με την καταστροφήν υπεχωρήσαμεν κι εμείς, και πετώντας από το Καζαμίρ προσγειωθήκαμε στο Τατόι, όπου μας είχαν εκχωρηθή μερικά αεροπλάνα από την εκστρατείαν των Εγγλέζων εις την Οδησσόν. Εκεί εκπαιδευόμεθα εις αυτά τ’ αεροπλάνα. Κατόπιν επεξέτειναν το αεροδρόμιον, όπου και νυν είναι η σχολή των λεγόμενων Ικάρων. Εγώ εξεπαίδευα τους άλλους αεροπόρους, τους οποίους ωνόμαζα νεοσσούς, διότι η ονομασία Ίκαρος διαλαμβάνει μεν την ορμητικότητα των εφήβων, αλλά διαλαμβάνει και στοιχεία τινά απειθαρχίας και ανυπακοής, διότι ας μην ξεχνάμε ότι ο Ίκαρος παρήκουσε την εντολήν του πατρός του, με συνέπεια τον τραγικόν θάνατόν του. Εγώ ανέκαθεν προσπαθούσα να γίνω από ναυτικός αεροπόρος, να αποκτήσωμε στρατηγικήν αεροπορίαν, την οποία επιτέλους αποκτήσαμεν. Ο Αλέξανδρος Ζαΐμης,ως υπουργός, συνήνωσε τας δύο αεροπορίας ξηράς και θαλάσσης κι έκανε στρατηγικήν αεροπορίαν. Υπηρετούσα συνέχεια ως το ’35, οπότε υπέβαλα την παραίτησίν μου, διότι εγώ επήγα εις την αεροπορίαν διότι μου άρεσε το ίπτασθαι. Δεν επήγα να δημιουργήσω ένα παρελθόν, παρόν και μέλλον, όπως άλλοι, διότι είχα οίκοθεν ένα παρελθόν.

Μόλις ετελείωσα το πέταγμα δεν ήθελα να παραμείνω και να κάνω τον γραφιά, κι εζήτησα και ειργάσθην πρώτον με την εν Αθήναις βρετανικήν αποστολήν και κατόπιν με την αμερικανικήν αποστολήν, ως υπάλληλος αγγλομαθής. Γνωρίζω 5 γλώσσας, μεταξύ των οποίων πολύ καλά ελληνικά, αγγλικά, γαλλικά, γερμανικά και ιταλικά. Τα ισπανικά και τα τουρκικά τα καταφέρνω ολιγότερον. Αυτές τις γλώσσες τις έμαθα εις το Σεγκάλ, όπου εφοίτησαν οι γιοί των πριγκιπάτων και των βασιλέων των γερμανικών βασιλείων. Αποστρατεύτηκα με τον βαθμόν του αντισμηνάρχου και παίρνω μίαν σύνταξιν, όχι μεγάλην, με την οποίαν ημπορώ κάπως να ζήσω ευπρεπώς. 

 Εν συνεχεία, απησχολήθην με το να γράφω άρθρα, τα οποία εδημοσιεύοντο. Έγραψα το βιβλίον «Αερικά - ξωτικά και καλικάντζαροι», το οποίον εξέδωσε ο κύριος Τσιβεριώτης της «Ελευθεροτυπίας», εις πολυτελή έκδοσιν, η οποία νομίζω έχει εξαντληθή. Προσεπάθησα με αυτό το βιβλίο να απεικονίσω αυτά τα σκανδαλιάρικα πνεύματα, διότι δεν είναι διάβολοι, να τα κάνω οικεία και να προσαρμόσω τα ελληνικά Χριστούγεννα εις τα ανά την υφήλιον Χριστούγεννα, αλλά οι Έλληνες προτιμούν τον Σάντα Κλάους με την άσπρη γενειάδα. Αλλά αυτό νομίζω ότι προσβάλλει την σεβασμιότητα δύο αγίων. Είναι πλαστοπροσωπία του Αγίου Νικολάου και του Αγίου Βασιλείου. Δεν ημπορείς να είπης έναν κούκλο με άσπρη γενειάδα Άγιο Βασίλειο, διότι ο Άγιος Βασίλειος είχε μαύρη γενειάδα και εις αυτά η ορθοδοξία είναι πολύ τακτοποιημένη. Είναι ξένο δάνειο, όπως και το δένδρο των Χριστουγέννων. 

Έγραψα ακόμη την «Ελληνοκεντρική φαντασιομετρική τέχνη για προχωρημένους», το οποίον αναφέρεται εις τον σουρεαλισμόν. Εγώ έκανα σουρεαλισμό όχι βασανιστικό της διανοίας, που ανάγεται εις το τίποτα, αλλά από απορριπτόμενα αντικείμενα στην υπερκαταναλωτική κοινωνία μας έκανα χρήσιμα σουρεαλιστικά αντικείμενα, τα λεγόμενα Objets, μερικά από τα οποία απεικονίζονται στο βιβλίο μου σε φωτογραφίες που έβγαλεν ο Ανδρέας Εμπειρίκος. 

Εγώ, όταν σπούδαζα στο Σεγκάλ, επήγαινα εις την Ζυρίχην, εις το ζαχαροπλαστείον όπου εσύχναζεν ένας Ελληνοεβραίος εκ Ρουμανίας, ο Τριστάν Τζαρά, ο οποίος ίδρυσε το Κίνημα Νταντά. Εγώ έκανα εις την οδόν Μαυρομιχάλην εις τα Εξάρχεια το Κίνημα Ντακαντά, από τον κτήτορα της γκαλερί Νταγαδάκη, κι έκανα όλα αυτά τα αντικείμενα, εκ των οποίων μερικά αγόρασε ο Άγγλος συλλέκτης Έντουαρντ Γκρέις. Όμως αυτή η κίνησις, όπως έγραψε και μια κυρία, ήτο πολύ προχωρημένη διά τα ελληνικά δρώμενα. Διότι εμείς εδώ, εις την Ελλάδα, δεν παραδεχόμεθα μίαν αξίαν εάν δεν πάη πρώτα εις το εξωτερικόν και επανεισαχθή. 

Τα ενδιαφέροντά μου είναι πάρα πολλά, διότι έχω πολλές καταβολές. Έχω μίαν ευρυτάτην εγκλυκλοπαιδικήν μόρφωσιν, διότι είχα εκ πατρός μεν την μουσικήν και τα μαθηματικά, εκ μητρός δε την αρχαιολογίαν και την ιστορίαν. Ήμουν καλός κλειδοκυμβαλιστής, αλλά ήμουν επίσης καλός εις την αντισφαίρισιν, και έπρεπε να διαλέξω ή το τένις ή το πιάνο. Στο τέλος, εγκατέλειψα το πιάνο και με άφησε κι αυτό. Αγαπούσα το άθλημα της αντισφαιρίσεως. Δεν μου αρέσει το φουτ-μπολ. Πιστεύω εις τα ολυμπιακά αθλήματα και εις το ιδεώδες το οποίον μου εδίδαξαν ο Σικελιανός και η σύζυγός του, η Εύα Βακόφμαν-Πάλμερ. Της ομορφιάς της εκτελέσεως και όχι της εξουθενώσεως του ανθρώπινου σώματος και της υγείας. Διότι εμείς δεν έχομεν το παχύρρευστον αίμα αυτών των βορείων λαών. Είμεθα μεσογειακοί και είμεθα λεπτόρρευστοι και ντελικάτοι. Και δεν πιστεύω εις τας υπερανθρώπους, αλλά εις τας καλλιεπείς επιδόσεις. 

Ο Βελλούδιος φωτογραφημένος από τη Nelly's στις Δελφικές Γιορτές του 1927

Η γνωριμία μου με το ζεύγος Σικελιανού άρχισε ως εξής. Τότε, το 1927, που ήσαν ιππήλατα τα τραμ εις την οδό Σταδίου, επέβαινα εις ένα τέτοιο όχημα, οπότε μπροστά μου είδα μίαν κυρίαν με κάπως πυρόξανθα μαλλιά, ντυμένη αρχαϊκά, με μια κοτσίδα να κρέμεται από το κεφάλι της. Της εμίλησα αγγλικά και αυτή μου απήντησεν αμέσως ελληνικά: «Παρακαλώ να μου μιλάτε ελληνικά». Της λέω εγώ είμαι ο τάδε και αυτή μου απήντησε ότι είναι η σύζυγος του ποιητού Αγγέλου Σικελιανού. «Να ’ρθείτε χωρίς άλλο να μας ιδείτε εις την περιοχήν Ακαδημίας Πλάτωνος», μου είπε. 

Εξεκίνησα, λοιπόν, μίαν ημέραν. Η περιοχή εκείνη διηυλακούτο από διάφορα ρυάκια με κρυσταλλίνου καθαρότητος νερό. «Θα ρωτήσετε και θα σας ειπούν», μου είχε περιγράψει η κυρία Σικελιανού. Ρωτώντας έφτασα εις ένα υψηλόν ασβεστόχριστον μανδρότοιχον, όπου λέω αυτό πρέπει να είναι, διότι ηκούετο η στεντορεία φωνή του Σικελιανού, ο οποίος απήγγειλε τον «Αλαφροΐσκιωτο». Εχτύπησα την πόρτα, μου άνοιξαν και είδα ένα μεγάλο μαρμάρινο τραπέζι γεμάτο άνθη και φρούτα εις την μέση και τον Σικελιανό με ένα ποδήρη – όχι χλαμύδα, ήταν ένα άσπρο πουκάμισο από την Λευκάδα, από την οποία κατήγετο, με άσπρα κεντήματα, ανδρικά. Η κυρία Σικελιανού εκάθητο εις μιαν μαρμάρινην έδραν με μαξιλάρες και τον ήκουγε που απήγγελλε. Με υπεδέχθησαν, λοιπόν, εκεί και ήλθεν η κουβέντα για τις Δελφικές Γιορτές που προετοίμαζαν. Τους είπον ότι εγώ ειδικεύομαι εις τον αρτοζήνα ζεϊμπέκικο και θα μ’ ετιμούσαν εάν εχρησιμοποιούσαν αυτές τις γνώσεις μου, διότι θα ημπορούσα να έχω φαντάρους αληθινούς Έλληνας, να χορέψουν τον οπλίτην αυτόν χορόν.Εδέχθησαν με ενθουσιασμόν.

Ενώ, λοιπόν, είχα ναύτες και αεροπόρους εις την διάθεσίν μου, διότι ήμουν εις την ναυτικήν αεροπορίαν, ήθελα να είναι αυτούσιοι φαντάροι διά τον οπλίτην αυτόν χορόν, και επήγα εις το παλάτι και ο τότε υπασπιστής του βασιλέως μου έδωσε 12 ευζώνους, τους οποίους εξεγύμναζα κάθε πρωί εις την αυλήν του Ζαππείου. Τους εξεγύμναζα εις τους βηματισμούς που είχα σκεφθή από τον Πυρρίχιον, εμπνευσμένος από τας απεικονίσεις εις τα αρχαία βάζα και τα νομίσματα. Οι απεικονίσεις αυτές είναι σαν στιγμιότυπα φωτογραφίας διαφόρων στάσεων, ή, όπως λέει ο λαός, κρατημάτων του χορού και κυρίως των βηματισμών των νεοελληνικών χορών, οι οποίοι δεν είναι παρά αυτούσιοι οι αρχαίοι χοροί. Έξαφνα ο τσάμικος είναι ο τροχαίος, ο συρτός είναι ο όρμος, το τσιφτετέλι είναι ο κόρδαξ, το ζεϊμπέκικο είναι ο αρτοζήν. Ζέι από το Ζευς και μπέκος, που θα πει άρτος εις την φρυγικήν γλώσσα την οποία αναφέρει ο Ηρόδοτος. Τους εδίδαξα αυτά και είχον επίδοσιν, διότι εγεννήθησαν με αυτάς τας παραδόσεις από τον ζωντανόν ελληνικόν λαόν που εχόρευε ζεϊμπέκικο όταν ήθελε να χαλαρώση. 

Εγώ έκανα τας διαγνώσεις αυτάς ασχολούμενος. Είχα περί τας 90 φωτογραφίας από διάφορες ταβέρνες του Πειραιώς όπου εσύχναζα. Ήμουν θαμών αυτών των ταβερνών και εις τα υπόγεια της οδού Αθηνάς όπου κατέφευγε η μεγάλη ελληνική παράδοσις διά να επιζήση. Διότι ως αθηναιογεννημένος ενδιαφερόμουν να εμβαθύνω εις τα καμώματα του λαουτζίκου και όχι εις τα καμώματα του Κολωνακίου, τα οποία είχα αυτομάτως οίκοθεν, καθ’ ότι η πλατεία Κολωνακίου ήταν αμπέλι του παππού μου Ρουσοπούλου τω καιρώ εκείνω. Το δε σπίτι μας εις την οδό Λυκαβηττού και Ακαδημίας (τώρα έχει γίνει πολυκατοικία) ήτο μέσα εις ένα πευκώνα, οπότε η οδός Σταδίου ήτο ένα ρυάκι το οποίον περνούσες με μίαν σανίδα. Η εκπαίδευσις κράτησε ένα μήνα. Και τότε τους επήγαμε εις τους Δελφούς. Η Εύα Σικελιανού είχεν ετοιμάσει τους χιτωνίσκους, τους προγόνους της ελληνικής φουστανέλας. Αυτά τα είχα μάθει από τον ρωμιορράπτην μου και διότι είχα 12 ειδών φουστανέλας, τας οποίας φορούσα εις τας εσπερίδας.

Αφού, λοιπόν, τους εξεγύμνασα επήγαμεν εις τις Δελφικές γιορτές του 1927. Ήμουν κι εγώ ντυμένος μ’ ένα χιτωνίσκο ιωνικό και εβαστούσα ένα τύμπανο και εκρατούσα τους ρυθμούς. Οι γιορτές εσημείωσαν ένα πρωτοφανή θρίαμβον. Αλλά ο Σικελιανός παρουσίασε και το δράμα του «Προμηθέα Δεσμώτη», τον οποίον δεσμεύει ο Δίας διά να μη φέρει την φωτιά εις τους ανθρώπους, φρονών και αγαπών τα δημιουργήματά του, διότι προέβλεπε ότι με την χρησιμοποίησιν της φωτιάς θα εφθάναμε εις την βόμβαν νετρονίου. Βέβαια, είναι ο μπαμπούλας, ο οποίος συνεκράτησεν τελευταίως τον Γκορμπατσόφ και τον Ρίγκαν. Ώστε μεγάλον πόλεμον δεν θα έχωμεν, διότι μας χρειάζονται ως μισοπεθαμένους αλλά όχι ως πτώματα. Μετά τις Δελφικές Γιορτές, εγώ ήμουν περιζήτητος χορευτής ‒ καθώς έλεγαν: ωραίος, πλούσιος, κομψός, αεροπόρος, αλλά είχα τον νουν μου εις την αεροπορίαν και δεν παντρεύτηκα και πέρασαν τα χρόνια και έμεινα εις το ράφι.

Η φιλία μου με τον Σικελιανό εκράτησε ως τον θάνατόν του. Ήτο ένας εντελώς εξαιρετικός άνθρωπος, που γεννιέται μια φορά στα 1000 χρόνια. Οι κακόγλωσσοι λένε ότι έφαγε τα χρήματα της Εύας Σικελιανού. Όλοι αυτοί είναι μικροί άνθρωποι. Ποιος διαβάζει σήμερα αυτούς τους ποιητάδες μας, που προβάλλονται ως οι ελίτ του πνεύματος, παίζοντας τον σνομπ και μιμούμενοι διαφόρους σχολάς και τα λοιπά; Ενώ ο Σικελιανός και η Εύα, από του λαού διά τον λαόν. Ναι, ήτο μέγας ανήρ. Μου αρέσει η ποίησις του Σικελιανού, αλλά και ο Παλαμάς, ο Κάλβος, ο Βλαχογιάννης, ο Παπαδιαμάντης. Η γλώσσα αυτών, το λεξιλόγιον, το θεωρώ συγκλονιστικόν. Δυστυχώς την δημοτικήν δεν την γνωρίζω αρκετά, ώστε να αποδώσω σύνθετες αφηρημένες έννοιες. Προσπάθησα, αίφνης, να μεταφράσω το «αυτονόητον» και το μετέφρασα «από μοναχό του μπροσταδοσμένο».

Διαπιστώνω ότι εις τας ημέρας μας η γλώσσα έχει υποστή μίαν έκπτωσιν και αγανακτώ, παρ’ όλον ότι εκτιμώ τον πρωθυπουργόν κύριον Παπανδρέου, όταν τον ακούω να λέγη Ιούνης και Ιούλης. Εγώ που είχα 300 άνδρες κάθε Σεπτέμβριο στην κληρουχία, άκουσα Θεριστής και Αλωνάρης ή Ιούνιος και Ιούλιος. Το Ιούνης και Ιούλης είναι υπολείμματα της συνεργασίας κομμουνιστών και ναζιστών. Όχι δεν έχω καμμίαν σχέσιν με την πολιτικήν. Ουδέποτε ανήκα πουθενά, διότι είμαι κι εγώ άπιαστος, όπως η ελληνικότης, δι’ αυτό με εκτύπησαν αδυσώπητα και οι βασιλικοί λεγόμενοι και οι βενιζελικοί. Έξαφνα, όταν έδωσαν τα αριστεία ανδρείας εις όλους τους αεροπόρους, με άφησαν επιδεικτικώς απ’ έξω, εμένα τον κατακτητήν της Προύσσης ‒ διότι εγώ διεγίγνωσκα και έβαζα τον καθένα εις την θέσιν του. Οι μεγάλοι κανονίζουν με αρκετήν προνοητικότητα και αναλγησίαν τους μικρούς λαούς. Τώρα μας στήνουν την παγίδα των Ολυμπιακών Αγώνων, βασιζόμενοι εις την κουφότητα και την οίησιν του Έλληνος, ο οποίος θεωρεί ότι είναι ο Περικλής ή ο Κολοκοτρώνης και ουδέποτε ο Καραγκιόζης. Μας στήνουν μίαν παγίδα διά να γίνωμε ρεζίλι. Οι Ολυμπιακοί δεν θα μας κάνουν καλό, διότι δεν έχομεν τα κότσια να φιλοξενήσωμε 30.000 κακομαθημένους εις ευμάρειαν και πολυτέλειαν αθλητάς και τους συνοδούς των από πλούσια κράτη. Μην κοιτάτε εις την Σεούλ, εις μίαν ασιατικήν κατεχόμενην χώραν. Εμείς εδώ είμεθα Έλληνες. Είμεθα και δεν είμεθα Ευρωπαίοι, δεν έχομεν ούτε συγγενείς ‒ τίποτα. Είμεθα κάτι ξεχωριστόν.

Η Αθήνα μ’ ενοχλεί, έτσι όπως έχει καταντήσει ‒ με το τσιμέντο και το φουτ-μπολ. Καταλαβαίνετε, όλος αυτός ο φανατισμός και η βία στα γήπεδα ‒ πολύ ωραίον ολυμπιακόν πνεύμα! Πολύ φίλος μου είναι ο Γιάννης Τσαρούχης, με τον οποίον ένα φεγγάρι είχα τσακωθεί. Βρίσκω ότι ο Τσαρούχης συνέλαβε αυτό το άπιαστο το οποίον λέγεται ελληνικότης και του έδωσε οπτικήν μορφήν με πολλή αδρότητα. Είμαι επίσης πολύ φίλος με τον λόρδον Λεζέ, που μένει εις το Κολωνάκι, με τον κόμητα Μπετούσι Χουκ από την Βιέννην και αλληλογραφώ με πολλούς καλούς φίλους εις το εξωτερικόν. Και, βεβαίως, ασχολούμαι πάντα με την λαογραφίαν. Χαίρομαι να ανακαλύπτω την ελληνευρεσίαν, να βρίσκω εις αυτόν τον αιωνίως κουρασμένο και προδωμένο λαό τα χρυσαφικά του. 

Την ζωτικότητά μου οφείλω εις το γεγονός ότι ουδέποτε έζησα ως φυτόν. Εγεύθην όλων των αγαθών που χαρίζει η ζωή. Είχα καλούς και κακούς φίλους, αλλά κυρίως εφρόντιζα να κάνω πάντοτε το σωστό, αν όχι το δίκαιον. Είμαι πάρα πολύ θρήσκος, διότι πιστεύω εις την ελληνικήν ορθοδοξίαν. Η ιδέα του θανάτου δεν με τρομάζει ‒ το μαρτύριον θα με ενοχλούσε. Δεν πιστεύω ότι υπάρχει άλλη ζωή. Πιστεύω όμως ότι το πνεύμα μου και η ψυχή μου πάει και συνενούται πάλι εις μίαν κεντρικήν πηγή ενεργείας. Μελετώ, είμαι θρησκευόμενος, με την έννοια ότι μου αρκεί η γήινη ορθοδοξία και ο γήινος Χριστός."

Τρίτη 18 Αυγούστου 2026

Spectropia Challenge

Πριν από λίγο καιρό, ζωγράφισα τα σχέδια από το βιβλίο Spectropia του J. H. Brown (1864), εν είδει (εξ)άσκησης σε ένα εξαιρετικά ιδιαίτερο είδος ζωγραφικής. Ο Brown εξέδωσε το συγκεκριμένο εγχειρίδιο μια εποχή που ο κόσμος είχε πέσει με τα μούτρα στον πνευματισμό και στις μυστικιστικές τελετές, και σκοπός του, μέσα από τα σχέδια που έφτιαξε, ήταν να αποδείξει ότι με τον κατάλληλο συνδυασμό χρωμάτων και στις κατάλληλες συνθήκες φωτοσκίασης, ο,τιδήποτε μπορεί να πάρει σχήμα και μορφή που μπορεί να ερμηνευτεί ως φάσμα ή φάντασμα. Προσπάθησα επίτηδες να ακολουθήσω με ακρίβεια το ύφος και την τεχνική των σχεδίων, ώστε να είναι όσο το δυνατόν πιο πιστά στα αυθεντικά.
Spectropia


 

Πέμπτη 23 Ιουλίου 2026

Η περίπτωση του πειραγμένου μυογραφήματος

Μέσα σε ένα αντίτυπο της πραγματείας του Ιωάννη Στοβαίου, βρέθηκε τελικά η απόδειξη για την ενοχή του ύπουλου εγκωμιαστή: ήταν ένα μυογράφημα στο οποίο είχε γίνει επέμβαση ούτως ώστε να δείχνει μια εντελώς λανθασμένη εικόνα για την ασθένεια της δεσποινίδας Περσεφόνης. Η δεσποσύνη συνήθιζε να διαβάζει την πραγματεία σαν μυθιστόρημα, καθώς την ενδιέφερε ιδιαίτερα το θέμα της, και ήδη χρωστούσε απέραντη ευγνωμοσύνη στον κύριο Παρλαβάντζα ο οποίος είχε την ευγένεια να της την χαρίσει. 
 
Αυτός ήταν και ο τρόπος με τον οποίο κατάφερε να την πλησιάσει και να κερδίσει την εμπιστοσύνη της. Ανάμεσα στις σελίδες του βιβλίου, η δεσποινίς Περσεφόνη είχε επιμελώς τοποθετήσει το αυθεντικό μυογράφημά της. Στη συνέχεια, ως δήθεν απόγονος του διακεκριμένου μελετητή, ο “αξιότιμος” κύριος Παρλαβάντζας συντρόφευε καθημερινά την ασθενική δεσποσύνη, μην παραλείποντας να εκθειάζει τα κάλλη και την ευφυία της, αναλύοντάς της παράλληλα απανωτές πολιτικές θεωρίες, γνωρίζοντας πως ήταν ένα θέμα που της προκαλούσε αυτόματα νύστα. Για να είναι σίγουρος ότι θα κατάφερνε να φέρει εις πέρας το ύπουλο σχέδιό του, φρόντισε να γεμίσει τη σάλα με γαρδένιες που ευωδούσαν αφόρητα, ελπίζοντας ότι το άρωμα των λουλουδιών θα ζάλιζε τη δεσποσύνη και στη συνέχεια θα την έπαιρνε ο ύπνος ενώ εκείνος της μιλούσε για πολιτική. 
 
Ωστόσο η δεσποινίς Περσεφόνη, περνώντας τόσους μήνες κλεισμένη στο χρυσό της παλάτι, είχε αρχίσει να αναπτύσσει ενδιαφέρον για άπειρα θέματα, και η πολιτική, δυστυχώς, ήταν τελευταία ένα από αυτά. Ο κύριος Παρλαβάντζας δεν το γνώριζε, το αντιλήφθηκε ωστόσο κάπως εκπρόθεσμα όταν συνειδητοποίησε ότι η δεσποινίς Περσεφόνη είχε ανοίξει διάπλατα τα τεράστια, ολοστρόγγυλα μάτια της και τον παρακολουθούσε με αμέριστο ενδιαφέρον καθώς της ανέλυε τις αξίες του φεντεραλισμού. Και τότε μέσα στον πανικό του να βρει ένα άλλο θέμα που είχε την ελπίδα να της φανεί βαρετό, βάλθηκε να της αναφέρει εν είδει καταλογογράφησης τα μέρη του πλοίου. Όχι τόσο επειδή βαριόταν ίσως το θέμα, αλλά κυρίως επειδή αδυνατούσε να καταλάβει τι τον είχε πιάσει αίφνης τον πιστό θαυμαστή της και του ήρθε η φαεινή ιδέα για τη συγκεκριμένη απαρίθμηση – ήταν και η αφόρητη ευωδιά από τις γαρδένιες που έπαιξε τον ρόλο της – τελικά η δεσποινίς Περσεφόνη αποκοιμήθηκε πάνω που ο κύριος Παρλαβάντζας της περιέγραφε την τόρπιδα του καραβιού. 
 
Μόλις λοιπόν την είδε να κλείνει τα μάτια της ροχαλίζοντας ελαφρά, έτρεξε αμέσως στη βιβλιοθήκη πίσω της, πήρε το αντίτυπο της πραγματείας με τη μαεστρία ενός Αρσέν Λουπέν και αντικατέστησε το αυθεντικό μυογράφημα με το πλαστό. Στη συνέχεια, ξανατρέχοντας γύρισε στη θέση του και την περίμενε να ξυπνήσει. Κάπως έτσι λοιπόν συνέβη αυτή η απίστευτη απάτη, αλλά όπως έχει δείξει η ιστορία, ουδέν κρυπτόν υπό τον ήλιον.

Ο αδέκαστος εξεταστής έβγαλε την ετυμηγορία του: ένοχος ο κατηγορούμενος, χωρίς κανένα ελαφρυντικό.


Το κείμενο αυτό προέκυψε από αυτοσχέδιο παιχνίδι άσκησης ύφους, με χρήση των λέξεων: ΜΥΟΓΡΑΦΗΜΑ, ΦΕΝΤΕΡΑΛΙΣΜΟΣ, ΕΚΠΡΟΘΕΣΜΟΣ, ΕΞΕΤΑΣΤΗΣ, ΤΡΟΠΙΔΑ, ΣΥΓΓΕΝΕΙΑ, ΣΤΟΒΑΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ, ΕΓΚΩΜΙΑΣΤΗΣ, ΞΑΝΑΤΡΕΧΩ, ΕΥΩΔΩ (τυχαία επιλογή δέκα λέξεων από το λεξικό)

Τρίτη 21 Ιουλίου 2026

Σημεία και Οράματα

 
Όλη αυτή η ιστορία με την Οδύσσεια του Christopher Nolan έχει πάρει τερατώδεις διαστάσεις - πιθανώς σε μια στοχευμένη απόπειρα του ίδιου του σκηνοθέτη, γνωστού για την εκκεντρικότητα των ιδεών του, να δημιουργήσει μια... μετα-ταινία με τις αντιδράσεις για την ταινία αυτή καθεαυτή - ωστόσο το θέμα είναι κατά πόσο όλα αυτά επηρεάζουν ή όχι την εικόνα που μπορεί ν' αποκτήσει κανείς για τα εκάστοτε πρωτότυπα έργα σε περιπτώσεις σαν κι αυτή, όπου οι επεμβάσεις τα αλλοιώνουν σημαντικά δημιουργώντας λανθασμένες εντυπώσεις  γι' αυτά. Κατ' αρχάς να διευκρινίσω ότι θεωρώ τον Nolan ευφυέστατο σκηνοθέτη, αν και κάποιες φορές η οπτική του μπορεί να φαίνεται λίγο εξυπνακίστικη, και κατά τη γνώμη μου το Prestige του είναι ανάμεσα στις κορυφαίες ταινίες όλων των εποχών.
 
Πριν από μερικά χρόνια έτυχε να δω την κινηματογραφική διασκευή του Basil του Wilkie Collins από την Radha Bharadwaj, και ομολογώ ότι σαν ταινία μου είχε αρέσει τότε, καθώς ήταν καλογυρισμένη, με ωραίες εικόνες, καλούς ηθοποιούς και μια υπόθεση που ήταν κάπως στερεοτυπική, αλλά κατάφερνε εντέχνως να σε κάνει να ξεχάσεις τα σημαντικά εκείνα στοιχεία που στο τέλος επανέρχονταν για να φέρουν την μεγάλη ανατροπή. Είχα μείνει λοιπόν μ' αυτή την εντύπωση, πιστεύοντας ότι και στο μυθιστόρημα η ιστορία εξελισσόταν πάνω κάτω με τον ίδιο τρόπο. Ώσπου έπεσε στα χέρια μου το βιβλίο.
 
Να πω εδώ πως όταν είδα την ταινία, δεν είχα γενικά υπ' όψιν μου το έργο του Collins. Αν το είχα, υπάρχει ισχυρή πιθανότητα να υποψιαζόμουν ότι αυτό που έβλεπα στην κινηματογραφική εκδοχή δεν υπήρχε περίπτωση να το έχει γράψει ο συγκεκριμένος συγγραφέας. Απορώ ωστόσο ακόμα πώς δεν μου είχε πάει στο νου ακόμα κι έτσι, καθώς μπορεί να μην είχα τότε διαβάσει βιβλία του, είχα όμως ασχοληθεί πάρα πολύ με άλλους, σύγχρονούς του συγγραφείς. Λίγη εξοικείωση να έχει κανείς με την αγγλική λογοτεχνία της Βικτωριανής εποχής, και δεν χρειάζεται πολλά για να καταλάβει πότε η εκάστοτε "διασκευή" μπάζει από παντού. Μυθιστοριογράφοι όπως ο Collins και ο Dickens δεν είχαν ποτέ απλές υποθέσεις στα έργα τους, κι ακόμα και στις περιπτώσεις αυτές πάντα υπήρχαν αποχρώσεις και δεύτερα και τρίτα επίπεδα στις αφηγήσεις τους. Ήταν επομένως τουλάχιστον αφελές να πιστέψω ότι όντως ο Collins έστησε όλο το θρίλερ της ζωής του Basil γύρω από την αποπλάνηση μιας κοπέλας από τον πατέρα του, γεγονός για το οποίο χρόνια αργότερα ο αδερφός της επέστρεψε για να πάρει εκδίκηση από τον εντελώς αθώο ήρωα. Όχι πως αυτό το θέμα δεν είχε προδιαγραφές για να γίνει αβανταδόρικο. O Collins θα μπορούσε να έχει δημιουργήσει ένα διαμαντάκι πάνω στη βάση αυτή - αν ήθελε. Έλα όμως που δεν ήθελε γιατί το θέμα του ήταν άλλο, και είχε τόσα πράγματα να πει - και άλλα τόσα να υπονοήσει - στήνοντας την αυθεντική ιστορία με τον τρόπο που την έστησε. Και το πιο σημαντικό, ενώ στην ταινία υπήρχε μια ξαδέρφη που είχε και καλά μεγαλώσει με τον Basil κι όταν εκείνος επέστρεψε στο πατρικό του μετά από χρόνια ξανασμίξανε και παντρευτήκανε, στο βιβλίο δεν υπάρχει καμία ξαδέρφη: η συγκεκριμένη κοπέλα είναι αδερφή του και όταν ο Basil επιστρέφει, μένουν οι δυο τους στο πατρικό σπίτι, απομονωμένοι από όλους αλλά ταυτόχρονα απελευθερωμένοι και απαλλαγμένοι από ό,τι τους είχε προκαλέσει τόση δυστυχία.
 
Οι αλλαγές λοιπόν που γίνονται σε ένα έργο και μπορούν δυνητικά να το στιγματίσουν, δεν έχουν να κάνουν αποκλειστικά με την εύστοχη ή όχι επιλογή του καστ, αλλά και με το πώς ο εκάστοτε σκηνοθέτης θα επινοήσει την εκδοχή που τον εκφράζει προσωπικά ή που θεωρεί ότι θα έχει μεγαλύτερη απήχηση στο κοινό. Λέγεται συνέχεια ότι πρέπει να σεβόμαστε το όραμα του σκηνοθέτη και την όποια ερμηνεία έχει δικαίωμα να δώσει σε ένα έργο όταν στήνει τη δική του εκδοχή. Το θέμα είναι, ωστόσο, ότι όπως ο σκηνοθέτης, έτσι και ο συγγραφέας είναι δημιουργός. Όσο οφείλουμε να σεβόμαστε το όραμα του σκηνοθέτη, άλλο τόσο οφείλουμε να σεβόμαστε και το όραμα του συγγραφέα, πόσο μάλλον όταν πάνω στο έργο του γίνεται η όποια παρέμβαση ή έστω ερμηνεία. Όπως λοιπόν ο σκηνοθέτης, έτσι και ο συγγραφέας πλάθει τους ήρωές του με κάτι συγκεκριμένο στο μυαλό του. Ό,τι χρησιμοποιείται συμβολικά σε ένα έργο μυθοπλασίας, αντιπροσωπεύει αυτό που είχε στο μυαλό του ο δημιουργός του. Και στην τελική, το όραμα του σκηνοθέτη κανονικά αφορά δημιουργίες που είναι αποκλειστικά δικές του, γι' αυτό και λέγεται όραμα σ' αυτή την περίπτωση. Η ερμηνεία ενός ήδη ολοκληρωμένου έργου είναι κάτι εντελώς διαφορετικό, αλλά όπως και νά' χει δεν είναι μια διαδικασία ανεξέλεγκτη, εφόσον αφορά κάτι που ήδη διατυπώνει ή συμβολίζει κάτι. 
 
Υπάρχουν βέβαια αξίες που είναι πανανθρώπινες, και βρίσκουν εφαρμογή σχεδόν παντού - από την άλλη, ωστόσο, όταν ένας δημιουργός μπαίνει στη διαδικασία να πλάσει έναν κόσμο λιγότερο ή περισσότερο ρεαλιστικό, πάντα ξεκινάει έχοντας κάτι στο μυαλό του, και πάντα κάπου καταλήγει, ανεξάρτητα αν στην πορεία της δημιουργικής διαδικασίας μπορεί κάποια πράγματα να διαφοροποιηθούν. Ιστορίες που ο σκοπός τους είναι ξεκάθαρα συμβουλευτικός ή διδακτικός, όπως για παράδειγμα οι παραβολές και ορισμένα παραμύθια, μπορούν να αποδοθούν με άπειρους τρόπους ακριβώς επειδή σ' αυτές τις περιπτώσεις δεν έχει σημασία ποιος πρωταγωνιστεί αλλά τι αντιπροσωπεύει. Σε μια σύγχρονη απόδοση της ιστορίας του Κάιν, για παράδειγμα, μπορεί να γίνει άνετα οποιοσδήποτε συνδυασμός προσώπων - αντί για δύο αγόρια, ας πούμε, να είναι δύο κορίτσια αδέρφια, ή ένα αγόρι κι ένα κορίτσι - γιατί τα πρόσωπα είναι απλά φορείς του μηνύματος που θέλει η ιστορία αυτή να περάσει. Η Κοκκινοσκουφίτσα θα μπορούσε να είναι ένα μικρό αγόρι, γιατί το θέμα του παραμυθιού είναι οι κίνδυνοι του έξω κόσμου, και ο καθένας μπορεί να παρασυρθεί και θέσει τη ζωή του σε κίνδυνο έτσι κι αλλιώς. Όταν όμως οι κεντρικοί χαρακτήρες είναι αυτοί που ουσιαστικά διαμορφώνουν την ιστορία με τον συμβολισμό που κουβαλάνε σε απόλυτη συνάρτηση με το πώς έχουν συλληφθεί σαν πρόσωπα της πλοκής, τότε αλλάζει το θέμα. 
 
Είδα πρόσφατα την ταινία One Battle After Another, η οποία είναι βασισμένη στο μυθιστόρημα Vineland του Thomas Pynchon. Βέβαια ο Paul Thomas Anderson είχε την "εξυπνάδα" να διευκρινίσει ότι η ταινία του είναι πολύ χαλαρά εμπνευσμένη από το βιβλίο, ωστόσο και μόνο η συσχέτιση μόνο σε καλό δεν της βγήκε τελικά. Οι αλλαγές που έχει κάνει ο Anderson στο σενάριό του είναι μεν αρκετές και σημαντικές ώστε να διαχωρίσουν θεωρητικά την ταινία από το βιβλίο, ωστόσο ο τρόπος που χειρίζεται τους ήρωές του σε σχέση και με την περιρρέουσα ατμόσφαιρα της ιστορίας του καταλήγει να είναι εξαιρετικά αμήχανος, γιατί ουσιαστικά δεν έχει αποδεσμεύσει τους χαρακτήρες από την αλληγορική τους υπόσταση (σημειωτέον ότι το βιβλίο του Pynchon είναι πέρα για πέρα αλληγορικό και οραματικό), με αποτέλεσμα μέσα στο καινούριο, ρεαλιστικό πλαίσιο όπου τους έχει θέσει να μοιάζουν σαν καρικατούρες γιατί το συμβολικό κομμάτι, που ουσιαστικά έχει παραμείνει, δεν λέει τίποτα ιδωμένο από αυτή την "ανανεωμένη" - ο Θεός να την κάνει - οπτική. Επιφανειακά αν τη δεις, είναι μια διασκεδαστική περιπέτεια χωρίς πολλά - πολλά, αλλά έχω την αίσθηση ότι δεν ήταν αυτός ο σκοπός του σκηνοθέτη. Σε ένα δεύτερο επίπεδο, χωλαίνει απίστευτα και τελικά δεν καταλαβαίνεις καν πού θέλει να καταλήξει. Ή για την ακρίβεια, καταλαβαίνεις πολύ καλά πού θέλει να καταλήξει, αλλά στην πράξη δεν του βγαίνει με τίποτα, γιατί ο αρχικός συμβολισμός των χαρακτήρων λειτουργούσε τελείως διαφορετικά και αφορούσε καταστάσεις και έννοιες πολύ πιο γενικευμένες και διαχρονικές. 
 
Η Frenesi, η χίπισσα ηρωίδα του βιβλίου, για παράδειγμα, συμβολίζει μια Αμερική που πλέον δεν υφίσταται, που είχε οράματα για το μέλλον και έβλεπε τον κόσμο μέσα από το δικό της γοητευτικά διαστρεβλωμένο πρίσμα. Εκεί μέσα είχαν θέση όλα τα αναρχικά στοιχεία, ό,τι τέλος πάντων αντιτίθεται στο σύστημα παγκοσμίως και διαχρονικά, και η ίδια, ερχόμενη από το δικό της έξαλλο παρελθόν, ουσιαστικά ζούσε στον κόσμο της, αλλά αυτό δεν την σταματούσε από το να συμμετέχει με τον δικό της τρόπο στην κοινωνία και να επιβάλλει την παρουσία της. Η δράση της και ο χαρακτήρας της αφορούν την Αμερική στο σύνολό της, το ταραγμένο παρελθόν της χώρας των τελευταίων δεκαετιών και την πολιτιστική κληρονομιά της όπως αυτή διαμορφώθηκε μέσα από τις πολιτικοκοινωνικές ανακατατάξεις και αναταράξεις από τη δεκαετία του '60 και μετά, μέσα σε ένα πλαίσιο που περικλείει ένα μεγάλο και σημαντικό κομμάτι της αμερικανικής ιστορίας. Άλλωστε και ο τίτλος του βιβλίου, που είναι η ονομασία της φανταστικής περιοχής όπου διαδραματίζεται η ιστορία, παραπέμπει στο όνομα που έδωσαν στην Βόρεια Αμερική οι πρώτοι Βίνινγκς που έφτασαν εκεί. Με άλλα λόγια, το βιβλίο είναι ένας καμβάς γεμάτος επιμέρους εικόνες που αποτυπώνουν πολιτικές αλλαγές, αντιστασιακά ή πολιτιστικά κινήματα, προσωπικότητες καίρες για την εξέλιξη της χώρας στο σύνολό της, όλα αυτά μέσα από τη συμβολική σχεδίαση μιας προσεκτικά στημένης εναλλακτικής πραγματικότητας που, σε ένα τρίτο επίπεδο, φαίνεται να έχει της βάσεις της στο εξίσου οραματικό αλλά πιο περιορισμένο χρονικά και τοπικά In Watermelon Sugar του Richard Braudigan. Το να πάρεις όλον αυτόν τον πλούτο, να τον απογυμνώσεις από τις ουσιαστικές και περίπλοκες διακλαδώσεις του και τον μετατρέψεις σε μια ακόμα καταγγελία για τον ρατσισμό που υφίστανται κοινωνικές και φυλετικές ομάδες στην Αμερική, μετατρέποντας τη λευκή χίπισσα σε σεξουαλικά αχόρταγη μαύρη ακτιβίστρια, δεν μπορεί να ιδωθεί σαν κάτι περισσότερο από την καταφυγή στην εύκολη λύση η οποία θα γίνει μεν άμεσα κατανοητή από τον μέσο θεατή, πάντα με τις απαραίτητες - στην πραγματικότητα, περιττές - επεξηγήσεις, αλλά ταυτόχρονα θα συρρικνώσει το αρχικό έργο σε μια αδιάφορη, μονοδιάστατη ταπετσαρία.
 
Όταν ο Charles Dickens συνέλαβε την Estella σαν αντικείμενο του πόθου του νεαρού Pip στις Μεγάλες Προσδοκίες, η εικόνα που της απέδωσε δεν ήταν τυχαία. Η  Estella δεν ήταν απλά μια πανέμορφη κοπέλα που είχε μεγαλώσει εκπαιδευμένη να βασανίζει τους άντρες που υπέκυπταν στην γοητεία της. Της αποδίδονται συγκεκριμένα χαρακτηριστικά, τα οποία μπορεί να μην αναλύονται με λεπτομερή περιγραφή, ωστόσο δίνονται αρκετά στοιχεία γι' αυτά ώστε να γίνεται άμεσα κατανοητό ότι η Estella είναι ακριβώς αυτό που αποκαλούσαν "English Rose". Είναι καστανή, με κατάλευκο δέρμα, ροδαλά μάγουλα και εντυπωσιακά ανοιχτόχρωμα μάτια. Όλο αυτό δεν έχει να κάνει με το ότι ανήκει στη λευκή φυλή - δεν είναι δηλαδή πρότυπο ομορφιάς επειδή είναι λευκή - αλλά γιατί αποτελεί ουσιαστικά την επιτομή συγκεκριμένα της αγγλοσαξωνικής ομορφιάς της Βικτωριανής εποχής. Με άλλα λόγια η Estella αντιπροσωπεύει ακριβώς αυτό που στην Αγγλία θεωρείται πατροπαράδοτα και διαχρονικά η απόλυτη απεικόνιση της ομορφιάς, και για γυναίκες αλλά και άντρες (ανάλογα περιγράφει και ο Henry Fielding τον Tom Jones στο μυθιστόρημα The History of Tom Jones, a Foundling, για παράδειγμα - και ο Jacob Frye από το video game Assassin's Creed Syndicate που διαδραματίζεται στο Βικτωριανό Λονδίνο, σ' αυτό ακριβώς το πρότυπο ανταποκρίνεται) και ιδιαίτερα για την εποχή στην οποία εκτυλίσσεται η ιστορία. Κι αυτό έχει πάρα πολύ μεγάλη σημασία και για τον ίδιο τον χαρακτήρα της Estella, αλλά, κυρίως, για τον κεντρικό ήρωα, πόσο μάλλον που και οι δύο ζουν στην Αγγλία και το συγκεκριμένο πρότυπο ομορφιάς και τους αφορά άμεσα, αλλά και τους είναι απόλυτα οικείο. Η μαύρη Estella της πρόσφατης σειράς του BBC ήταν εκτός τόπου και χρόνου, όχι μόνο εξαιτίας των αχρείαστων - για το θέμα της συγκεκριμένης ιστορίας - κοινωνικοπολιτικών εντάσεων που αναπόφευκτα κουβαλούσε μαζί της, αλλά κυρίως επειδή σαν εικόνα δεν συνάδαινε καθόλου με την ευρύτερη αντίληψη της Βικτωριανής Αγγλίας. Ειδικά η Estella από όλους τους χαρακτήρες του βιβλίου δεν ήταν δυνατόν να αποδοθεί με άλλο τρόπο, γιατί αυτό είναι ουσιαστικά το θέμα: ότι όταν ο Pip την αντικρίζει, βλέπει ουσιαστικά το οικείο πρότυπο της αγγλικής ομορφιάς ολοζώντανο μπροστά του. 
 
Όπως επίσης εκτός τόπου και χρόνου ήταν ο μαύρος Wesker στην ανεκδιήγητη σειρά του Netflix που με αξιοθαύμαστο θράσος έφερε τον τίτλο Resident Evil. Υπάρχει συγκεκριμένος λόγος που στα αγαπημένα μας video games της Capcom ο Albert Wesker είναι λευκός και ξανθός, και όσοι γνωρίζουν έστω και τα βασικά για το συγκεκριμένο franchise, το ξέρουν αυτό πολύ καλά. Κάτι που αυτόματα μας δίνει να καταλάβουμε πόσο άσχετοι με το θέμα ήταν αυτοί που καταπιάστηκαν με τη δημιουργία της σειράς. Αλλάζοντας τον Wesker με τον τρόπο που έγινε, αναιρείται ουσιαστικά όλη η ύπαρξη του σύμπαντος των παιχνιδιών καθώς παύει να υφίσταται ένα βασικό κομμάτι της "μυθολογίας" πάνω στην οποία βασίζονται. Και όχι, δεν μπορούμε να επανεφεύρουμε τα πάντα. Και ούτε είναι δικαιολογία το ότι πρόκειται για φανταστικά πρόσωπα. Είτε μιλάμε για τον Wesker είτε για την Estella, είναι χαρακτήρες που προήλθαν από την έμπνευση κάποιων δημιουργών που τους οραματίστηκαν με συγκεκριμένα χαρακτηριστικά για πολύ συγκεκριμένους λόγους. 

Κάπως έτσι και η Ωραία Ελένη δεν θα μπορούσε να αποδοθεί με άλλο τρόπο πέρα από το πώς περιγράφεται στην Οδύσσεια - με ένα περιθώριο για μικρές παραλλαγές πάντα - όχι επειδή έπρεπε σώνει και καλά να είναι λευκή, αλλά επειδή η ομορφιά της, το παρουσιαστικό της εν πάσει περιπτώσει, αφορά ένα πολύ συγκεκριμένο ιστορικό και γεωγραφικό πλαίσιο, και λειτουργεί σαν ένα σύμβολο που, όσο κι αν στις προεκτάσεις του μπορεί να ξεφεύγει από τα σύνορα του ελλαδικού / μεσογειακού χώρου, στην βάση του παραμένει άρρηκτα συνδεδεμένο με την εποχή και την γεωγραφική περιοχή στην οποία τοποθετείται και δεν μπορεί να ιδωθεί αποδεσμευμένο απ' αυτό. Όπως και στην περίπτωση της Frenesi του Pynchon, που έγινε η Perfidia του Anderson, έτσι και η Ελένη του Ομήρου μεταλλάχτηκε μεν εύκολα στην Ελένη του Nolan, αλλά πρακτικά έχασε όλη της την υπόσταση σαν ουσιαστική συμβολική απεικόνιση των ιδεών / αντιλήψεων / προτύπων για τα οποία ουσιαστικά δημιουργήθηκε στην αρχική της, αυθεντική σύλληψη.

Από την άλλη, ο Heathcliff από τα Ανεμοδαρμένα Ύψη θα μπορούσε πολύ άνετα να απεικονιστεί σαν μαύρος ή μιγάς, γιατί αυτό το έντονο - για τα δεδομένα εκείνης της εποχής - χαρακτηριστικό θα τον έθετε αυτόματα στο περιθώριο, στο οποίο ήταν έτσι κι αλλιώς καταδικασμένος (κάτι που έχει ήδη γίνει στην αξιόλογη εκδοχή της Andrea Arnold). Ωστόσο η αλήθεια είναι ότι μια τέτοια απόδοση είναι πάρα πολύ προφανής, και θέτει εντελώς ξεκάθαρα το γιατί ο Heathcliff θεωρούνταν παρίας. Το γεγονός ότι ο Heathcliff της Emily Brontë είχε μεν κάποια χαρακτηριστικά που τον ξεχώριζαν από τον περίγυρό του αλλά ουσιαστικά έμοιαζε και δεν έμοιαζε με τους "ευγενείς" λευκούς, έκανε την περιθωριοποίησή του ακόμα πιο δραματική. Επομένως δεν ήταν καθόλου άστοχη η επιλογή της Emerald Fennell να δώσει τον ρόλο στον Jacob Elordi, έναν λευκό ηθοποιό - οι παλιότεροι ίσως θυμούνται τη σειρά Η σκλάβα Ιζάουρα, όπου η ηρωίδα, που ήταν ουσιαστικά μιγάδα αλλά τα χρώματα και τα χαρακτηριστικά της την ενέτασσαν στη λευκή φυλή, ακριβώς επειδή δεν ήταν "καθαρή" λευκή παρ' όλο που αυτό δεν φαινόταν, εξακολουθούσε να είναι σκλάβα, κάτι που έκανε την κατάστασή της ακόμα πιο ασφυκτική. Ειλικρινά θεωρώ ιδιαίτερα δυσανάλογες τις εξωφρενικές αντιδράσεις που είδαμε για την επιλογή του Elordi στα Ανεμοδαρμένα Ύψη τη στιγμή που ελάχιστα απείχε από τον ήρωα της Brontë, ενώ παράλληλα θεωρήθηκε καλλιτεχνική άποψη όταν η Jodi Turner-Smith, μια μαύρη ηθοποιός, επιλέχθηκε για να ερμηνεύσει την εμβληματική για την ιστορία της Αγγλίας (και ιστορικό πρόσωπο, σημειωτέον) Anne Boleyn. Και δεν είδα κανέναν να σπεύδει να υπερασπιστεί το καλλιτεχνικό όραμα της Fennell η οποία, παρεμπιπτόντως, έχω αρχίσει να πιστεύω ότι επέλεξε τον Elordi για να εικονογραφήσει κυριολεκτικά τα ανεμοδαρμένα ύψη, καθώς το ύψος του συγκεκριμένου ηθοποιού είναι οριακά δυσθεώρητο.

 

Οι ταινίες και σειρές που σχολιάζονται στο άρθρο: 

Basil (1998)
One Battle After Another (2025)
Great Expectations (2023) 
Resident Evil (2022)
The Odyssey (2026)
Wuthering Heights (2026) 
Anne Boleyn (2021) 

Κυριακή 24 Μαΐου 2026

Ασκήσεις Ύφους (2026)

 

ΑΣΚΗΣΕΙΣ ΥΦΟΥΣ
Μικρά πεζά παιγνιώδους παραλόγου

ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΕΚΔΟΣΗΣ

Εκδόσεις: Ψηφιακή Αυτοέκδοση
Έτος Έκδοσης: 2026
Ηλεκτρονικό Βιβλίο (PDF, A4)
Σελίδες: 46
Εξώφυλλο & Εικονογράφηση: Βερίνα Χωρεάνθη
Διάθεση: @ Archive.org

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ & ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΑ

Ανθολογία μικροδιηγημάτων που προέκυψαν από ασκήσεις ύφους βασισμένες σε τυχαία επιλογή λέξεων από λεξικά ή/και διάφορα έντυπα, μεταξύ 2018 και 2021. Εξώφυλλο & εικονογράφηση δικά μου. Το αντίστοιχο βιβλίο της Μάριον, με τις δικές της μικρές ιστορίες πάνω στο ίδιο σκεπτικό αλλά με δικό της εξώφυλλο, εικονογράφηση και επιμέλεια, εδώ.

Το παρόν ψηφιακό βιβλίο δημιουργήθηκε με το ελεύθερο, ανοιχτού κώδικα λογισμικό LibreOffice και διανέμεται δωρεάν, με δημόσια άδεια Creative Commons (CC BY-NC-SA 4.0). Η μερική παραχώρηση δυνατότητας χρήσης δεν ακυρώνει τα πνευματικά δικαιώματα του δημιουργού, που σε κάθε περίπτωση διατηρεί την ιδιοκτησία του πρωτοτύπου. Επίσης σε τυχόν παράγωγα έργα, οι όροι "Αναφορά Δημιουργού (Attribution)", "Μη Εμπορική Χρήση (Non Commercial)" και "Παρόμοια Διανομή (Share Alike)" είναι υποχρεωτικοί και μη διαπραγματεύσιμοι. 

Δευτέρα 11 Μαΐου 2026

Bugs In Bloom, Art Challenge

Με το θέμα Bugs In Bloom, κάναμε με τη Μάριον το art challenge μας για τον φετινό Μάιο. Εγώ εμπνεύστηκα από ένα Bug Hotel (Ξενοδοχείο Εντόμων) που είδα στην πλατεία Russell Square στην περιοχή Bloomsbury του Λονδίνου, και έφτιαξα μια ανθισμένη εκδοχή του απ' την οποία δραπετεύει μια πεταλούδα. Για το έργο της Μάριον, πατήστε εδώ.

Κυριακή 26 Απριλίου 2026

Jude The Obscure (Thomas Hardy)

Ο Jude, παιδί της εργατικής τάξης, μεγαλώνει στην αγγλική επαρχία, έχοντας ωστόσο φιλοδοξίες να κάνει ακαδημαϊκή καριέρα, μαθαίνει από μικρός αρχαία ελληνικά και λατινικά. Πέφτει στα δίχτυα της περπατημένης Arabella η οποία τον αποπλανά και τον αναγκάζει να την παντρευτεί, λέγοντάς του ψέματα ότι είναι έγκυος. Λίγο καιρό αργότερα, ο έτσι κι αλλιώς καταδικασμένος δυστυχισμένος γάμος τους διαλύεται, όμως αυτή η αγχωτική παρένθεση στη ζωή του έχει ήδη φέρει πολύ πίσω τα αρχικά σχέδιά του για το μέλλον. Συνδέεται με την Sue, ξαδέρφη του με ελεύθερο πνεύμα και προχωρημένες αντιλήψεις, η οποία ωστόσο παντρεύεται τον κατά πολύ μεγαλύτερό της παλιό δάσκαλο του Jude. Αδυνατώντας να εκπληρώσει τα συζυγικά της καθήκοντα, καθώς αισθάνεται απώθηση για τη σεξουαλική επαφή γενικότερα αλλά και με τον σύζυγό της ειδικότερα, η Sue αποφασίζει να λύσει τον γάμο της, με την ενθάρρυνση του άντρα της ο οποίος έχει καταλάβει την έλξη που αισθάνεται για τον ξάδερφό της. Στη συνέχεια ο Jude και η Sue προσπαθούν να χτίσουν την κοινή τους ζωή, κάτι που καταφέρνουν με αρκετό κόπο, καθώς τους ακολουθεί παντού η κοινωνική κατακραυγή και επειδή προέρχονται και οι δύο από διαλυμένους γάμους, αλλά και λόγω της στενής συγγενικής τους σχέσης. Η πορεία της ζωής τους είναι μια συνεχής εναλλαγή ευτυχισμένων και δραματικών στιγμών, ενώ ο Jude συνεχίζει να κυνηγάει το όνειρό του για μια ακαδημαϊκή καριέρα. Με τη λιτή, λυρική αλλά και ταυτόχρονα ωμή και ρεαλιστική αφήγησή του, ο Thomas Hardy σκιαγραφεί τον ήρωά του με συμπάθεια, συνοδεύοντάς τον ωστόσο σχεδόν ασταμάτητα με μία αύρα ανησυχίας. Στην καρδιά της ιστορίας, ένα αβάσταχτα ανατριχιαστικό, τραγικό γεγονός συμβαίνει αναπάντεχα, καθηλώνοντας με την ανηλεότητά του τόσο τους ήρωες, όσο και τον αναγνώστη, και από εκείνο το σημείο και μετά, τίποτα δεν είναι πια το ίδιο για κανέναν.

Ήταν το 14ο και τελευταίο μυθιστόρημα του Thomas Hardy, που ολοκληρώθηκε το 1895. Το 1996 μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο από τον Michael Winterbottom, με πρωταγωνιστές τον Christopher Eccleston και την Kate Winslet.  


 

Κυριακή 5 Απριλίου 2026

Το MTV της αθωότητας

Την τελευταία ημέρα του 2025, έκλεισαν οριστικά τα κανάλια του MTV στην Αγγλία και την Ευρώπη που ήταν σχεδόν αποκλειστικά αφιερωμένα στη μουσική - και υπό άλλες συνθήκες θα έλεγα ότι μαζί έφυγε και μια ολόκληρη εποχή, αλλά η αλήθεια είναι ότι με το περιεχόμενο στο οποίο είχε επενδύσει εδώ και κάποια χρόνια σε ευρύτερο επίπεδο η περίφημη μουσική πλατφόρμα, αυτή η εποχή μάλλον είχε ήδη λήξει προ πολλού. 

Το MTV ξεκίνησε για πρώτη φορά να εκπέμπει το 1981, και κοντά στα τέλη της δεκαετίας του '80 έγινε διαθέσιμο και στη χώρα μας μέσω της σχετικά εμβρυικής τότε δορυφορικής τηλεόρασης. Θυμάμαι με πολύ έντονη νοσταλγία τα χρόνια εκείνα που παρακολουθούσαμε τις κλασικές πλέον εκπομπές του, κάποιες από τις οποίες θεωρούνται ήδη cult material. Το MTV εκείνης της εποχής έπαιζε όλη την ημέρα μουσική, και οι εκπομπές του ήταν κι εκείνες επικεντρωμένες σ' αυτήν. Υπήρχαν ορισμένα προγράμματα που τα περιμέναμε πώς και πώς, όπως το Alternative Nation μετά τα μεσάνυχτα, που έπαιζε τραγούδια πιο εναλλακτικά που μάλλον δεν υπήρχε περίπτωση να τα πετύχεις στο πρόγραμμα της ημέρας. Αν και τότε το περίφημο playlist δεν ήταν ούτε τόσο αυστηρό ούτε τόσο περιορισμένο όσο είναι σήμερα, ήταν ωστόσο μια πραγματικότητα, και οι VJs που είχαν εκπομπές μέσα στην ημέρα σπάνια εκτρέπονταν από αυτό. To Alternative Nation ωστόσο ήταν πραγματικά μια όαση, καθώς εκεί μπορούσες να πετύχεις πολύ σπάνια κομμάτια, διαμάντια της δεκαετίας του '80 ή και παλιότερα - μιλάμε για video clips γυρισμένα με τα μέσα της εποχής, εντελώς vintage αλλά πέρα για πέρα εντυπωσιακά και αξιομνημόνευτα, ορισμένα από τα οποία σήμερα είναι οριακά αδύνατο να τα βρεις ανεβασμένα κάπου για το nostalgia factor.

Ίσως μία από τις πιο χαρακτηριστικές και πραγματικά ανεπανάληπτες εκπομπές του MTV που είχαμε την τύχη να παρακολουθούμε σε πραγματικό χρόνο ήταν το MTV Unplugged που ξεκίνησε αρχές της δεκαετίας του '90. Το concept της εκπομπής αυτής ήταν ότι μουσικά συγκροτήματα και σόλο καλλιτέχνες καλούνταν να παρουσιάσουν ένα ακουστικό set, ζωντανά, σε ένα μικρό στούντιο μπροστά σε κοινό - ήταν απλά η μπάντα ή μια μικρή ορχήστρα και οι τραγουδιστές, χωρίς καμία μηχανική / ηλεκτρονική ενίσχυση όσον αφορούσε το ερμηνευτικό κομμάτι στα φυσικά μουσικά όργανα και τις φωνές. Ήταν ουσιαστικά μια εντελώς πρωτογενής και λιτή μορφή συναυλίας που ωστόσο αναδείκνυε εντυπωσιακά πτυχές των τραγουδιών και των ερμηνειών που ίσως και να μην ήταν τόσο εμφανείς στις επίσημες, στουντιακές εκτελέσεις ή στις μεγάλες συναυλίες με την αναγκαία ηλεκτρική / ηλεκτρονική υποστήριξη - εξ ου και η ονομασία της εκπομπής, καθώς unplugged σημαίνει ουσιαστικά αποσύνδεση από την μπρίζα.

Από τα πιο αξέχαστα και εμβληματικά Unplugged ήταν εκείνα των Pearl Jam και των Nirvana, δύο συγκροτημάτων που τότε είχαν πολύ μεγάλη απήχηση παγκοσμίως και προέρχονταν από το χώρο του grunge. Ειδικά οι Peal Jam, που γενικά είχαν πιο σκληρό και ωμό ήχο, κυριολεκτικά έδωσαν ρέστα στις ακουστικές εκτελέσεις των τραγουδιών τους - κάτι που ανέδειξε επίσης την περιπλοκότητα των μελωδιών που οι περισσότερες ήταν εξαιρετικά δύσκολες και απαιτητικές.

Το MTV Unplugged έπαιζε σταθερά για μια δεκαετία (1989-1999) και στη συνέχεια, από το 2000 μέχρι το 2009, οι εκπομπές του ήταν πιο σπάνιες και η αλήθεια είναι ότι δεν είχαν πια εκείνον το νοσταλγικό και αυθόρμητα αυθεντικό χαρακτήρα της πρώτης δεκαετίας της ζωής του. Σίγουρα αυτό που έχει μείνει από τις ιστορικές εκείνες εποχές είναι η αίσθηση της ανεπιτήδευτης απλότητας και αμεσότητας που είχαν αυτές οι ακουστικές συναυλίες, που βασίζονταν αποκλειστικά στο απίστευτο ταλέντο των ανθρώπων που συμμετείχαν - μια αίσθηση που αδιαμφισβήτητα λειτουργεί σαν παρακαταθήκη και πολιτιστική κληρονομιά της δικής μας εποχής, πόσο μάλλον τώρα που όλο αυτό έχει χαθεί σε αρκετά μεγάλο βαθμό - ευτυχώς, τουλάχιστον, όχι εντελώς.