Πέμπτη 23 Ιουλίου 2026

Η περίπτωση του πειραγμένου μυογραφήματος

Μέσα σε ένα αντίτυπο της πραγματείας του Ιωάννη Στοβαίου, βρέθηκε τελικά η απόδειξη για την ενοχή του ύπουλου εγκωμιαστή: ήταν ένα μυογράφημα στο οποίο είχε γίνει επέμβαση ούτως ώστε να δείχνει μια εντελώς λανθασμένη εικόνα για την ασθένεια της δεσποινίδας Περσεφόνης. Η δεσποσύνη συνήθιζε να διαβάζει την πραγματεία σαν μυθιστόρημα, καθώς την ενδιέφερε ιδιαίτερα το θέμα της, και ήδη χρωστούσε απέραντη ευγνωμοσύνη στον κύριο Παρλαβάντζα ο οποίος είχε την ευγένεια να της την χαρίσει. 
 
Αυτός ήταν και ο τρόπος με τον οποίο κατάφερε να την πλησιάσει και να κερδίσει την εμπιστοσύνη της. Ανάμεσα στις σελίδες του βιβλίου, η δεσποινίς Περσεφόνη είχε επιμελώς τοποθετήσει το αυθεντικό μυογράφημά της. Στη συνέχεια, ως δήθεν απόγονος του διακεκριμένου μελετητή, ο “αξιότιμος” κύριος Παρλαβάντζας συντρόφευε καθημερινά την ασθενική δεσποσύνη, μην παραλείποντας να εκθειάζει τα κάλλη και την ευφυία της, αναλύοντάς της παράλληλα απανωτές πολιτικές θεωρίες, γνωρίζοντας πως ήταν ένα θέμα που της προκαλούσε αυτόματα νύστα. Για να είναι σίγουρος ότι θα κατάφερνε να φέρει εις πέρας το ύπουλο σχέδιό του, φρόντισε να γεμίσει τη σάλα με γαρδένιες που ευωδούσαν αφόρητα, ελπίζοντας ότι το άρωμα των λουλουδιών θα ζάλιζε τη δεσποσύνη και στη συνέχεια θα την έπαιρνε ο ύπνος ενώ εκείνος της μιλούσε για πολιτική. 
 
Ωστόσο η δεσποινίς Περσεφόνη, περνώντας τόσους μήνες κλεισμένη στο χρυσό της παλάτι, είχε αρχίσει να αναπτύσσει ενδιαφέρον για άπειρα θέματα, και η πολιτική, δυστυχώς, ήταν τελευταία ένα από αυτά. Ο κύριος Παρλαβάντζας δεν το γνώριζε, το αντιλήφθηκε ωστόσο κάπως εκπρόθεσμα όταν συνειδητοποίησε ότι η δεσποινίς Περσεφόνη είχε ανοίξει διάπλατα τα τεράστια, ολοστρόγγυλα μάτια της και τον παρακολουθούσε με αμέριστο ενδιαφέρον καθώς της ανέλυε τις αξίες του φεντεραλισμού. Και τότε μέσα στον πανικό του να βρει ένα άλλο θέμα που είχε την ελπίδα να της φανεί βαρετό, βάλθηκε να της αναφέρει εν είδει καταλογογράφησης τα μέρη του πλοίου. Όχι τόσο επειδή βαριόταν ίσως το θέμα, αλλά κυρίως επειδή αδυνατούσε να καταλάβει τι τον είχε πιάσει αίφνης τον πιστό θαυμαστή της και του ήρθε η φαεινή ιδέα για τη συγκεκριμένη απαρίθμηση – ήταν και η αφόρητη ευωδιά από τις γαρδένιες που έπαιξε τον ρόλο της – τελικά η δεσποινίς Περσεφόνη αποκοιμήθηκε πάνω που ο κύριος Παρλαβάντζας της περιέγραφε την τόρπιδα του καραβιού. 
 
Μόλις λοιπόν την είδε να κλείνει τα μάτια της ροχαλίζοντας ελαφρά, έτρεξε αμέσως στη βιβλιοθήκη πίσω της, πήρε το αντίτυπο της πραγματείας με τη μαεστρία ενός Αρσέν Λουπέν και αντικατέστησε το αυθεντικό μυογράφημα με το πλαστό. Στη συνέχεια, ξανατρέχοντας γύρισε στη θέση του και την περίμενε να ξυπνήσει. Κάπως έτσι λοιπόν συνέβη αυτή η απίστευτη απάτη, αλλά όπως έχει δείξει η ιστορία, ουδέν κρυπτόν υπό τον ήλιον.

Ο αδέκαστος εξεταστής έβγαλε την ετυμηγορία του: ένοχος ο κατηγορούμενος, χωρίς κανένα ελαφρυντικό.


Το κείμενο αυτό προέκυψε από αυτοσχέδιο παιχνίδι άσκησης ύφους, με χρήση των λέξεων: ΜΥΟΓΡΑΦΗΜΑ, ΦΕΝΤΕΡΑΛΙΣΜΟΣ, ΕΚΠΡΟΘΕΣΜΟΣ, ΕΞΕΤΑΣΤΗΣ, ΤΡΟΠΙΔΑ, ΣΥΓΓΕΝΕΙΑ, ΣΤΟΒΑΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ, ΕΓΚΩΜΙΑΣΤΗΣ, ΞΑΝΑΤΡΕΧΩ, ΕΥΩΔΩ (τυχαία επιλογή δέκα λέξεων από το λεξικό)

Τρίτη 21 Ιουλίου 2026

Σημεία και Οράματα

 
Όλη αυτή η ιστορία με την Οδύσσεια του Christopher Nolan έχει πάρει τερατώδεις διαστάσεις - πιθανώς σε μια στοχευμένη απόπειρα του ίδιου του σκηνοθέτη, γνωστού για την εκκεντρικότητα των ιδεών του, να δημιουργήσει μια... μετα-ταινία με τις αντιδράσεις για την ταινία αυτή καθεαυτή - ωστόσο το θέμα είναι κατά πόσο όλα αυτά επηρεάζουν ή όχι την εικόνα που μπορεί ν' αποκτήσει κανείς για τα εκάστοτε πρωτότυπα έργα σε περιπτώσεις σαν κι αυτή, όπου οι επεμβάσεις τα αλλοιώνουν σημαντικά δημιουργώντας λανθασμένες εντυπώσεις  γι' αυτά. Κατ' αρχάς να διευκρινίσω ότι θεωρώ τον Nolan ευφυέστατο σκηνοθέτη, αν και κάποιες φορές η οπτική του μπορεί να φαίνεται λίγο εξυπνακίστικη, και κατά τη γνώμη μου το Prestige του είναι ανάμεσα στις κορυφαίες ταινίες όλων των εποχών.
 
Πριν από μερικά χρόνια έτυχε να δω την κινηματογραφική διασκευή του Basil του Wilkie Collins από την Radha Bharadwaj, και ομολογώ ότι σαν ταινία μου είχε αρέσει τότε, καθώς ήταν καλογυρισμένη, με ωραίες εικόνες, καλούς ηθοποιούς και μια υπόθεση που ήταν κάπως στερεοτυπική, αλλά κατάφερνε εντέχνως να σε κάνει να ξεχάσεις τα σημαντικά εκείνα στοιχεία που στο τέλος επανέρχονταν για να φέρουν την μεγάλη ανατροπή. Είχα μείνει λοιπόν μ' αυτή την εντύπωση, πιστεύοντας ότι και στο μυθιστόρημα η ιστορία εξελισσόταν πάνω κάτω με τον ίδιο τρόπο. Ώσπου έπεσε στα χέρια μου το βιβλίο.
 
Να πω εδώ πως όταν είδα την ταινία, δεν είχα γενικά υπ' όψιν μου το έργο του Collins. Αν το είχα, υπάρχει ισχυρή πιθανότητα να υποψιαζόμουν ότι αυτό που έβλεπα στην κινηματογραφική εκδοχή δεν υπήρχε περίπτωση να το έχει γράψει ο συγκεκριμένος συγγραφέας. Απορώ ωστόσο ακόμα πώς δεν μου είχε πάει στο νου ακόμα κι έτσι, καθώς μπορεί να μην είχα τότε διαβάσει βιβλία του, είχα όμως ασχοληθεί πάρα πολύ με άλλους, σύγχρονούς του συγγραφείς. Λίγη εξοικείωση να έχει κανείς με την αγγλική λογοτεχνία της Βικτωριανής εποχής, και δεν χρειάζεται πολλά για να καταλάβει πότε η εκάστοτε "διασκευή" μπάζει από παντού. Μυθιστοριογράφοι όπως ο Collins και ο Dickens δεν είχαν ποτέ απλές υποθέσεις στα έργα τους, κι ακόμα και στις περιπτώσεις αυτές πάντα υπήρχαν αποχρώσεις και δεύτερα και τρίτα επίπεδα στις αφηγήσεις τους. Ήταν επομένως τουλάχιστον αφελές να πιστέψω ότι όντως ο Collins έστησε όλο το θρίλερ της ζωής του Basil γύρω από την αποπλάνηση μιας κοπέλας από τον πατέρα του, γεγονός για το οποίο χρόνια αργότερα ο αδερφός της επέστρεψε για να πάρει εκδίκηση από τον εντελώς αθώο ήρωα. Όχι πως αυτό το θέμα δεν είχε προδιαγραφές για να γίνει αβανταδόρικο. O Collins θα μπορούσε να έχει δημιουργήσει ένα διαμαντάκι πάνω στη βάση αυτή - αν ήθελε. Έλα όμως που δεν ήθελε γιατί το θέμα του ήταν άλλο, και είχε τόσα πράγματα να πει - και άλλα τόσα να υπονοήσει - στήνοντας την αυθεντική ιστορία με τον τρόπο που την έστησε. Και το πιο σημαντικό, ενώ στην ταινία υπήρχε μια ξαδέρφη που είχε και καλά μεγαλώσει με τον Basil κι όταν εκείνος επέστρεψε στο πατρικό του μετά από χρόνια ξανασμίξανε και παντρευτήκανε, στο βιβλίο δεν υπάρχει καμία ξαδέρφη: η συγκεκριμένη κοπέλα είναι αδερφή του και όταν ο Basil επιστρέφει, μένουν οι δυο τους στο πατρικό σπίτι, απομονωμένοι από όλους αλλά ταυτόχρονα απελευθερωμένοι και απαλλαγμένοι από ό,τι τους είχε προκαλέσει τόση δυστυχία.
 
Οι αλλαγές λοιπόν που γίνονται σε ένα έργο και μπορούν δυνητικά να το στιγματίσουν, δεν έχουν να κάνουν αποκλειστικά με την εύστοχη ή όχι επιλογή του καστ, αλλά και με το πώς ο εκάστοτε σκηνοθέτης θα επινοήσει την εκδοχή που τον εκφράζει προσωπικά ή που θεωρεί ότι θα έχει μεγαλύτερη απήχηση στο κοινό. Λέγεται συνέχεια ότι πρέπει να σεβόμαστε το όραμα του σκηνοθέτη και την όποια ερμηνεία έχει δικαίωμα να δώσει σε ένα έργο όταν στήνει τη δική του εκδοχή. Το θέμα είναι, ωστόσο, ότι όπως ο σκηνοθέτης, έτσι και ο συγγραφέας είναι δημιουργός. Όσο οφείλουμε να σεβόμαστε το όραμα του σκηνοθέτη, άλλο τόσο οφείλουμε να σεβόμαστε και το όραμα του συγγραφέα, πόσο μάλλον όταν πάνω στο έργο του γίνεται η όποια παρέμβαση ή έστω ερμηνεία. Όπως λοιπόν ο σκηνοθέτης, έτσι και ο συγγραφέας πλάθει τους ήρωές του με κάτι συγκεκριμένο στο μυαλό του. Ό,τι χρησιμοποιείται συμβολικά σε ένα έργο μυθοπλασίας, αντιπροσωπεύει αυτό που είχε στο μυαλό του ο δημιουργός του. Και στην τελική, το όραμα του σκηνοθέτη κανονικά αφορά δημιουργίες που είναι αποκλειστικά δικές του, γι' αυτό και λέγεται όραμα σ' αυτή την περίπτωση. Η ερμηνεία ενός ήδη ολοκληρωμένου έργου είναι κάτι εντελώς διαφορετικό, αλλά όπως και νά' χει δεν είναι μια διαδικασία ανεξέλεγκτη, εφόσον αφορά κάτι που ήδη διατυπώνει ή συμβολίζει κάτι. 
 
Υπάρχουν βέβαια αξίες που είναι πανανθρώπινες, και βρίσκουν εφαρμογή σχεδόν παντού - από την άλλη, ωστόσο, όταν ένας δημιουργός μπαίνει στη διαδικασία να πλάσει έναν κόσμο λιγότερο ή περισσότερο ρεαλιστικό, πάντα ξεκινάει έχοντας κάτι στο μυαλό του, και πάντα κάπου καταλήγει, ανεξάρτητα αν στην πορεία της δημιουργικής διαδικασίας μπορεί κάποια πράγματα να διαφοροποιηθούν. Ιστορίες που ο σκοπός τους είναι ξεκάθαρα συμβουλευτικός ή διδακτικός, όπως για παράδειγμα οι παραβολές και ορισμένα παραμύθια, μπορούν να αποδοθούν με άπειρους τρόπους ακριβώς επειδή σ' αυτές τις περιπτώσεις δεν έχει σημασία ποιος πρωταγωνιστεί αλλά τι αντιπροσωπεύει. Σε μια σύγχρονη απόδοση της ιστορίας του Κάιν, για παράδειγμα, μπορεί να γίνει άνετα οποιοσδήποτε συνδυασμός προσώπων - αντί για δύο αγόρια, ας πούμε, να είναι δύο κορίτσια αδέρφια, ή ένα αγόρι κι ένα κορίτσι - γιατί τα πρόσωπα είναι απλά φορείς του μηνύματος που θέλει η ιστορία αυτή να περάσει. Η Κοκκινοσκουφίτσα θα μπορούσε να είναι ένα μικρό αγόρι, γιατί το θέμα του παραμυθιού είναι οι κίνδυνοι του έξω κόσμου, και ο καθένας μπορεί να παρασυρθεί και θέσει τη ζωή του σε κίνδυνο έτσι κι αλλιώς. Όταν όμως οι κεντρικοί χαρακτήρες είναι αυτοί που ουσιαστικά διαμορφώνουν την ιστορία με τον συμβολισμό που κουβαλάνε σε απόλυτη συνάρτηση με το πώς έχουν συλληφθεί σαν πρόσωπα της πλοκής, τότε αλλάζει το θέμα. 
 
Είδα πρόσφατα την ταινία One Battle After Another, η οποία είναι βασισμένη στο μυθιστόρημα Vineland του Thomas Pynchon. Βέβαια ο Paul Thomas Anderson είχε την "εξυπνάδα" να διευκρινίσει ότι η ταινία του είναι πολύ χαλαρά εμπνευσμένη από το βιβλίο, ωστόσο και μόνο η συσχέτιση μόνο σε καλό δεν της βγήκε τελικά. Οι αλλαγές που έχει κάνει ο Anderson στο σενάριό του είναι μεν αρκετές και σημαντικές ώστε να διαχωρίσουν θεωρητικά την ταινία από το βιβλίο, ωστόσο ο τρόπος που χειρίζεται τους ήρωές του σε σχέση και με την περιρρέουσα ατμόσφαιρα της ιστορίας του καταλήγει να είναι εξαιρετικά αμήχανος, γιατί ουσιαστικά δεν έχει αποδεσμεύσει τους χαρακτήρες από την αλληγορική τους υπόσταση (σημειωτέον ότι το βιβλίο του Pynchon είναι πέρα για πέρα αλληγορικό και οραματικό), με αποτέλεσμα μέσα στο καινούριο, ρεαλιστικό πλαίσιο όπου τους έχει θέσει να μοιάζουν σαν καρικατούρες γιατί το συμβολικό κομμάτι, που ουσιαστικά έχει παραμείνει, δεν λέει τίποτα ιδωμένο από αυτή την "ανανεωμένη" - ο Θεός να την κάνει - οπτική. Επιφανειακά αν τη δεις, είναι μια διασκεδαστική περιπέτεια χωρίς πολλά - πολλά, αλλά έχω την αίσθηση ότι δεν ήταν αυτός ο σκοπός του σκηνοθέτη. Σε ένα δεύτερο επίπεδο, χωλαίνει απίστευτα και τελικά δεν καταλαβαίνεις καν πού θέλει να καταλήξει. Ή για την ακρίβεια, καταλαβαίνεις πολύ καλά πού θέλει να καταλήξει, αλλά στην πράξη δεν του βγαίνει με τίποτα, γιατί ο αρχικός συμβολισμός των χαρακτήρων λειτουργούσε τελείως διαφορετικά και αφορούσε καταστάσεις και έννοιες πολύ πιο γενικευμένες και διαχρονικές. 
 
Η Frenesi, η χίπισσα ηρωίδα του βιβλίου, για παράδειγμα, συμβολίζει μια Αμερική που πλέον δεν υφίσταται, που είχε οράματα για το μέλλον και έβλεπε τον κόσμο μέσα από το δικό της γοητευτικά διαστρεβλωμένο πρίσμα. Εκεί μέσα είχαν θέση όλα τα αναρχικά στοιχεία, ό,τι τέλος πάντων αντιτίθεται στο σύστημα παγκοσμίως και διαχρονικά, και η ίδια, ερχόμενη από το δικό της έξαλλο παρελθόν, ουσιαστικά ζούσε στον κόσμο της, αλλά αυτό δεν την σταματούσε από το να συμμετέχει με τον δικό της τρόπο στην κοινωνία και να επιβάλλει την παρουσία της. Η δράση της και ο χαρακτήρας της αφορούν την Αμερική στο σύνολό της, το ταραγμένο παρελθόν της χώρας των τελευταίων δεκαετιών και την πολιτιστική κληρονομιά της όπως αυτή διαμορφώθηκε μέσα από τις πολιτικοκοινωνικές ανακατατάξεις και αναταράξεις από τη δεκαετία του '60 και μετά, μέσα σε ένα πλαίσιο που περικλείει ένα μεγάλο και σημαντικό κομμάτι της αμερικανικής ιστορίας. Άλλωστε και ο τίτλος του βιβλίου, που είναι η ονομασία της φανταστικής περιοχής όπου διαδραματίζεται η ιστορία, παραπέμπει στο όνομα που έδωσαν στην Βόρεια Αμερική οι πρώτοι Βίνινγκς που έφτασαν εκεί. Με άλλα λόγια, το βιβλίο είναι ένας καμβάς γεμάτος επιμέρους εικόνες που αποτυπώνουν πολιτικές αλλαγές, αντιστασιακά ή πολιτιστικά κινήματα, προσωπικότητες καίρες για την εξέλιξη της χώρας στο σύνολό της, όλα αυτά μέσα από τη συμβολική σχεδίαση μιας προσεκτικά στημένης εναλλακτικής πραγματικότητας που, σε ένα τρίτο επίπεδο, φαίνεται να έχει της βάσεις της στο εξίσου οραματικό αλλά πιο περιορισμένο χρονικά και τοπικά In Watermelon Sugar του Richard Braudigan. Το να πάρεις όλον αυτόν τον πλούτο, να τον απογυμνώσεις από τις ουσιαστικές και περίπλοκες διακλαδώσεις του και τον μετατρέψεις σε μια ακόμα καταγγελία για τον ρατσισμό που υφίστανται κοινωνικές και φυλετικές ομάδες στην Αμερική, μετατρέποντας τη λευκή χίπισσα σε σεξουαλικά αχόρταγη μαύρη ακτιβίστρια, δεν μπορεί να ιδωθεί σαν κάτι περισσότερο από την καταφυγή στην εύκολη λύση η οποία θα γίνει μεν άμεσα κατανοητή από τον μέσο θεατή, πάντα με τις απαραίτητες - στην πραγματικότητα, περιττές - επεξηγήσεις, αλλά ταυτόχρονα θα συρρικνώσει το αρχικό έργο σε μια αδιάφορη, μονοδιάστατη ταπετσαρία.
 
Όταν ο Charles Dickens συνέλαβε την Estella σαν αντικείμενο του πόθου του νεαρού Pip στις Μεγάλες Προσδοκίες, η εικόνα που της απέδωσε δεν ήταν τυχαία. Η  Estella δεν ήταν απλά μια πανέμορφη κοπέλα που είχε μεγαλώσει εκπαιδευμένη να βασανίζει τους άντρες που υπέκυπταν στην γοητεία της. Της αποδίδονται συγκεκριμένα χαρακτηριστικά, τα οποία μπορεί να μην αναλύονται με λεπτομερή περιγραφή, ωστόσο δίνονται αρκετά στοιχεία γι' αυτά ώστε να γίνεται άμεσα κατανοητό ότι η Estella είναι ακριβώς αυτό που αποκαλούσαν "English Rose". Είναι καστανή, με κατάλευκο δέρμα, ροδαλά μάγουλα και εντυπωσιακά ανοιχτόχρωμα μάτια. Όλο αυτό δεν έχει να κάνει με το ότι ανήκει στη λευκή φυλή - δεν είναι δηλαδή πρότυπο ομορφιάς επειδή είναι λευκή - αλλά γιατί αποτελεί ουσιαστικά την επιτομή συγκεκριμένα της αγγλοσαξωνικής ομορφιάς της Βικτωριανής εποχής. Με άλλα λόγια η Estella αντιπροσωπεύει ακριβώς αυτό που στην Αγγλία θεωρείται πατροπαράδοτα και διαχρονικά η απόλυτη απεικόνιση της ομορφιάς, και για γυναίκες αλλά και άντρες (ανάλογα περιγράφει και ο Henry Fielding τον Tom Jones στο μυθιστόρημα The History of Tom Jones, a Foundling, για παράδειγμα - και ο Jacob Frye από το video game Assassin's Creed Syndicate που διαδραματίζεται στο Βικτωριανό Λονδίνο, σ' αυτό ακριβώς το πρότυπο ανταποκρίνεται) και ιδιαίτερα για την εποχή στην οποία εκτυλίσσεται η ιστορία. Κι αυτό έχει πάρα πολύ μεγάλη σημασία και για τον ίδιο τον χαρακτήρα της Estella, αλλά, κυρίως, για τον κεντρικό ήρωα, πόσο μάλλον που και οι δύο ζουν στην Αγγλία και το συγκεκριμένο πρότυπο ομορφιάς και τους αφορά άμεσα, αλλά και τους είναι απόλυτα οικείο. Η μαύρη Estella της πρόσφατης σειράς του BBC ήταν εκτός τόπου και χρόνου, όχι μόνο εξαιτίας των αχρείαστων - για το θέμα της συγκεκριμένης ιστορίας - κοινωνικοπολιτικών εντάσεων που αναπόφευκτα κουβαλούσε μαζί της, αλλά κυρίως επειδή σαν εικόνα δεν συνάδαινε καθόλου με την ευρύτερη αντίληψη της Βικτωριανής Αγγλίας. Ειδικά η Estella από όλους τους χαρακτήρες του βιβλίου δεν ήταν δυνατόν να αποδοθεί με άλλο τρόπο, γιατί αυτό είναι ουσιαστικά το θέμα: ότι όταν ο Pip την αντικρίζει, βλέπει ουσιαστικά το οικείο πρότυπο της αγγλικής ομορφιάς ολοζώντανο μπροστά του. 
 
Όπως επίσης εκτός τόπου και χρόνου ήταν ο μαύρος Wesker στην ανεκδιήγητη σειρά του Netflix που με αξιοθαύμαστο θράσος έφερε τον τίτλο Resident Evil. Υπάρχει συγκεκριμένος λόγος που στα αγαπημένα μας video games της Capcom ο Albert Wesker είναι λευκός και ξανθός, και όσοι γνωρίζουν έστω και τα βασικά για το συγκεκριμένο franchise, το ξέρουν αυτό πολύ καλά. Κάτι που αυτόματα μας δίνει να καταλάβουμε πόσο άσχετοι με το θέμα ήταν αυτοί που καταπιάστηκαν με τη δημιουργία της σειράς. Αλλάζοντας τον Wesker με τον τρόπο που έγινε, αναιρείται ουσιαστικά όλη η ύπαρξη του σύμπαντος των παιχνιδιών καθώς παύει να υφίσταται ένα βασικό κομμάτι της "μυθολογίας" πάνω στην οποία βασίζονται. Και όχι, δεν μπορούμε να επανεφεύρουμε τα πάντα. Και ούτε είναι δικαιολογία το ότι πρόκειται για φανταστικά πρόσωπα. Είτε μιλάμε για τον Wesker είτε για την Estella, είναι χαρακτήρες που προήλθαν από την έμπνευση κάποιων δημιουργών που τους οραματίστηκαν με συγκεκριμένα χαρακτηριστικά για πολύ συγκεκριμένους λόγους. 

Κάπως έτσι και η Ωραία Ελένη δεν θα μπορούσε να αποδοθεί με άλλο τρόπο πέρα από το πώς περιγράφεται στην Οδύσσεια - με ένα περιθώριο για μικρές παραλλαγές πάντα - όχι επειδή έπρεπε σώνει και καλά να είναι λευκή, αλλά επειδή η ομορφιά της, το παρουσιαστικό της εν πάσει περιπτώσει, αφορά ένα πολύ συγκεκριμένο ιστορικό και γεωγραφικό πλαίσιο, και λειτουργεί σαν ένα σύμβολο που, όσο κι αν στις προεκτάσεις του μπορεί να ξεφεύγει από τα σύνορα του ελλαδικού / μεσογειακού χώρου, στην βάση του παραμένει άρρηκτα συνδεδεμένο με την εποχή και την γεωγραφική περιοχή στην οποία τοποθετείται και δεν μπορεί να ιδωθεί αποδεσμευμένο απ' αυτό. Όπως και στην περίπτωση της Frenesi του Pynchon, που έγινε η Perfidia του Anderson, έτσι και η Ελένη του Ομήρου μεταλλάχτηκε μεν εύκολα στην Ελένη του Nolan, αλλά πρακτικά έχασε όλη της την υπόσταση σαν ουσιαστική συμβολική απεικόνιση των ιδεών / αντιλήψεων / προτύπων για τα οποία ουσιαστικά δημιουργήθηκε στην αρχική της, αυθεντική σύλληψη.

Από την άλλη, ο Heathcliff από τα Ανεμοδαρμένα Ύψη θα μπορούσε πολύ άνετα να απεικονιστεί σαν μαύρος ή μιγάς, γιατί αυτό το έντονο - για τα δεδομένα εκείνης της εποχής - χαρακτηριστικό θα τον έθετε αυτόματα στο περιθώριο, στο οποίο ήταν έτσι κι αλλιώς καταδικασμένος (κάτι που έχει ήδη γίνει στην αξιόλογη εκδοχή της Andrea Arnold). Ωστόσο η αλήθεια είναι ότι μια τέτοια απόδοση είναι πάρα πολύ προφανής, και θέτει εντελώς ξεκάθαρα το γιατί ο Heathcliff θεωρούνταν παρίας. Το γεγονός ότι ο Heathcliff της Emily Brontë είχε μεν κάποια χαρακτηριστικά που τον ξεχώριζαν από τον περίγυρό του αλλά ουσιαστικά έμοιαζε και δεν έμοιαζε με τους "ευγενείς" λευκούς, έκανε την περιθωριοποίησή του ακόμα πιο δραματική. Επομένως δεν ήταν καθόλου άστοχη η επιλογή της Emerald Fennell να δώσει τον ρόλο στον Jacob Elordi, έναν λευκό ηθοποιό - οι παλιότεροι ίσως θυμούνται τη σειρά Η σκλάβα Ιζάουρα, όπου η ηρωίδα, που ήταν ουσιαστικά μιγάδα αλλά τα χρώματα και τα χαρακτηριστικά της την ενέτασσαν στη λευκή φυλή, ακριβώς επειδή δεν ήταν "καθαρή" λευκή παρ' όλο που αυτό δεν φαινόταν, εξακολουθούσε να είναι σκλάβα, κάτι που έκανε την κατάστασή της ακόμα πιο ασφυκτική. Ειλικρινά θεωρώ ιδιαίτερα δυσανάλογες τις εξωφρενικές αντιδράσεις που είδαμε για την επιλογή του Elordi στα Ανεμοδαρμένα Ύψη τη στιγμή που ελάχιστα απείχε από τον ήρωα της Brontë, ενώ παράλληλα θεωρήθηκε καλλιτεχνική άποψη όταν η Jodi Turner-Smith, μια μαύρη ηθοποιός, επιλέχθηκε για να ερμηνεύσει την εμβληματική για την ιστορία της Αγγλίας (και ιστορικό πρόσωπο, σημειωτέον) Anne Boleyn. Και δεν είδα κανέναν να σπεύδει να υπερασπιστεί το καλλιτεχνικό όραμα της Fennell η οποία, παρεμπιπτόντως, έχω αρχίσει να πιστεύω ότι επέλεξε τον Elordi για να εικονογραφήσει κυριολεκτικά τα ανεμοδαρμένα ύψη, καθώς το ύψος του συγκεκριμένου ηθοποιού είναι οριακά δυσθεώρητο.

 

Οι ταινίες και σειρές που σχολιάζονται στο άρθρο: 

Basil (1998)
One Battle After Another (2025)
Great Expectations (2023) 
Resident Evil (2022)
The Odyssey (2026)
Wuthering Heights (2026) 
Anne Boleyn (2021) 

Κυριακή 24 Μαΐου 2026

Ασκήσεις Ύφους (2026)

 

ΑΣΚΗΣΕΙΣ ΥΦΟΥΣ
Μικρά πεζά παιγνιώδους παραλόγου

ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΕΚΔΟΣΗΣ

Εκδόσεις: Ψηφιακή Αυτοέκδοση
Έτος Έκδοσης: 2026
Ηλεκτρονικό Βιβλίο (PDF, A4)
Σελίδες: 46
Εξώφυλλο & Εικονογράφηση: Βερίνα Χωρεάνθη
Διάθεση: @ Archive.org

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ & ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΑ

Ανθολογία μικροδιηγημάτων που προέκυψαν από ασκήσεις ύφους βασισμένες σε τυχαία επιλογή λέξεων από λεξικά ή/και διάφορα έντυπα, μεταξύ 2018 και 2021. Εξώφυλλο & εικονογράφηση δικά μου. Το αντίστοιχο βιβλίο της Μάριον, με τις δικές της μικρές ιστορίες πάνω στο ίδιο σκεπτικό αλλά με δικό της εξώφυλλο, εικονογράφηση και επιμέλεια, εδώ.

Το παρόν ψηφιακό βιβλίο δημιουργήθηκε με το ελεύθερο, ανοιχτού κώδικα λογισμικό LibreOffice και διανέμεται δωρεάν, με δημόσια άδεια Creative Commons (CC BY-NC-SA 4.0). Η μερική παραχώρηση δυνατότητας χρήσης δεν ακυρώνει τα πνευματικά δικαιώματα του δημιουργού, που σε κάθε περίπτωση διατηρεί την ιδιοκτησία του πρωτοτύπου. Επίσης σε τυχόν παράγωγα έργα, οι όροι "Αναφορά Δημιουργού (Attribution)", "Μη Εμπορική Χρήση (Non Commercial)" και "Παρόμοια Διανομή (Share Alike)" είναι υποχρεωτικοί και μη διαπραγματεύσιμοι. 

Δευτέρα 11 Μαΐου 2026

Bugs In Bloom, Art Challenge

Με το θέμα Bugs In Bloom, κάναμε με τη Μάριον το art challenge μας για τον φετινό Μάιο. Εγώ εμπνεύστηκα από ένα Bug Hotel (Ξενοδοχείο Εντόμων) που είδα στην πλατεία Russell Square στην περιοχή Bloomsbury του Λονδίνου, και έφτιαξα μια ανθισμένη εκδοχή του απ' την οποία δραπετεύει μια πεταλούδα. Για το έργο της Μάριον, πατήστε εδώ.

Κυριακή 26 Απριλίου 2026

Jude The Obscure (Thomas Hardy)

Ο Jude, παιδί της εργατικής τάξης, μεγαλώνει στην αγγλική επαρχία, έχοντας ωστόσο φιλοδοξίες να κάνει ακαδημαϊκή καριέρα, μαθαίνει από μικρός αρχαία ελληνικά και λατινικά. Πέφτει στα δίχτυα της περπατημένης Arabella η οποία τον αποπλανά και τον αναγκάζει να την παντρευτεί, λέγοντάς του ψέματα ότι είναι έγκυος. Λίγο καιρό αργότερα, ο έτσι κι αλλιώς καταδικασμένος δυστυχισμένος γάμος τους διαλύεται, όμως αυτή η αγχωτική παρένθεση στη ζωή του έχει ήδη φέρει πολύ πίσω τα αρχικά σχέδιά του για το μέλλον. Συνδέεται με την Sue, ξαδέρφη του με ελεύθερο πνεύμα και προχωρημένες αντιλήψεις, η οποία ωστόσο παντρεύεται τον κατά πολύ μεγαλύτερό της παλιό δάσκαλο του Jude. Αδυνατώντας να εκπληρώσει τα συζυγικά της καθήκοντα, καθώς αισθάνεται απώθηση για τη σεξουαλική επαφή γενικότερα αλλά και με τον σύζυγό της ειδικότερα, η Sue αποφασίζει να λύσει τον γάμο της, με την ενθάρρυνση του άντρα της ο οποίος έχει καταλάβει την έλξη που αισθάνεται για τον ξάδερφό της. Στη συνέχεια ο Jude και η Sue προσπαθούν να χτίσουν την κοινή τους ζωή, κάτι που καταφέρνουν με αρκετό κόπο, καθώς τους ακολουθεί παντού η κοινωνική κατακραυγή και επειδή προέρχονται και οι δύο από διαλυμένους γάμους, αλλά και λόγω της στενής συγγενικής τους σχέσης. Η πορεία της ζωής τους είναι μια συνεχής εναλλαγή ευτυχισμένων και δραματικών στιγμών, ενώ ο Jude συνεχίζει να κυνηγάει το όνειρό του για μια ακαδημαϊκή καριέρα. Με τη λιτή, λυρική αλλά και ταυτόχρονα ωμή και ρεαλιστική αφήγησή του, ο Thomas Hardy σκιαγραφεί τον ήρωά του με συμπάθεια, συνοδεύοντάς τον ωστόσο σχεδόν ασταμάτητα με μία αύρα ανησυχίας. Στην καρδιά της ιστορίας, ένα αβάσταχτα ανατριχιαστικό, τραγικό γεγονός συμβαίνει αναπάντεχα, καθηλώνοντας με την ανηλεότητά του τόσο τους ήρωες, όσο και τον αναγνώστη, και από εκείνο το σημείο και μετά, τίποτα δεν είναι πια το ίδιο για κανέναν.

Ήταν το 14ο και τελευταίο μυθιστόρημα του Thomas Hardy, που ολοκληρώθηκε το 1895. Το 1996 μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο από τον Michael Winterbottom, με πρωταγωνιστές τον Christopher Eccleston και την Kate Winslet.  


 

Κυριακή 5 Απριλίου 2026

Το MTV της αθωότητας

Την τελευταία ημέρα του 2025, έκλεισαν οριστικά τα κανάλια του MTV στην Αγγλία και την Ευρώπη που ήταν σχεδόν αποκλειστικά αφιερωμένα στη μουσική - και υπό άλλες συνθήκες θα έλεγα ότι μαζί έφυγε και μια ολόκληρη εποχή, αλλά η αλήθεια είναι ότι με το περιεχόμενο στο οποίο είχε επενδύσει εδώ και κάποια χρόνια σε ευρύτερο επίπεδο η περίφημη μουσική πλατφόρμα, αυτή η εποχή μάλλον είχε ήδη λήξει προ πολλού. 

Το MTV ξεκίνησε για πρώτη φορά να εκπέμπει το 1981, και κοντά στα τέλη της δεκαετίας του '80 έγινε διαθέσιμο και στη χώρα μας μέσω της σχετικά εμβρυικής τότε δορυφορικής τηλεόρασης. Θυμάμαι με πολύ έντονη νοσταλγία τα χρόνια εκείνα που παρακολουθούσαμε τις κλασικές πλέον εκπομπές του, κάποιες από τις οποίες θεωρούνται ήδη cult material. Το MTV εκείνης της εποχής έπαιζε όλη την ημέρα μουσική, και οι εκπομπές του ήταν κι εκείνες επικεντρωμένες σ' αυτήν. Υπήρχαν ορισμένα προγράμματα που τα περιμέναμε πώς και πώς, όπως το Alternative Nation μετά τα μεσάνυχτα, που έπαιζε τραγούδια πιο εναλλακτικά που μάλλον δεν υπήρχε περίπτωση να τα πετύχεις στο πρόγραμμα της ημέρας. Αν και τότε το περίφημο playlist δεν ήταν ούτε τόσο αυστηρό ούτε τόσο περιορισμένο όσο είναι σήμερα, ήταν ωστόσο μια πραγματικότητα, και οι VJs που είχαν εκπομπές μέσα στην ημέρα σπάνια εκτρέπονταν από αυτό. To Alternative Nation ωστόσο ήταν πραγματικά μια όαση, καθώς εκεί μπορούσες να πετύχεις πολύ σπάνια κομμάτια, διαμάντια της δεκαετίας του '80 ή και παλιότερα - μιλάμε για video clips γυρισμένα με τα μέσα της εποχής, εντελώς vintage αλλά πέρα για πέρα εντυπωσιακά και αξιομνημόνευτα, ορισμένα από τα οποία σήμερα είναι οριακά αδύνατο να τα βρεις ανεβασμένα κάπου για το nostalgia factor.

Ίσως μία από τις πιο χαρακτηριστικές και πραγματικά ανεπανάληπτες εκπομπές του MTV που είχαμε την τύχη να παρακολουθούμε σε πραγματικό χρόνο ήταν το MTV Unplugged που ξεκίνησε αρχές της δεκαετίας του '90. Το concept της εκπομπής αυτής ήταν ότι μουσικά συγκροτήματα και σόλο καλλιτέχνες καλούνταν να παρουσιάσουν ένα ακουστικό set, ζωντανά, σε ένα μικρό στούντιο μπροστά σε κοινό - ήταν απλά η μπάντα ή μια μικρή ορχήστρα και οι τραγουδιστές, χωρίς καμία μηχανική / ηλεκτρονική ενίσχυση όσον αφορούσε το ερμηνευτικό κομμάτι στα φυσικά μουσικά όργανα και τις φωνές. Ήταν ουσιαστικά μια εντελώς πρωτογενής και λιτή μορφή συναυλίας που ωστόσο αναδείκνυε εντυπωσιακά πτυχές των τραγουδιών και των ερμηνειών που ίσως και να μην ήταν τόσο εμφανείς στις επίσημες, στουντιακές εκτελέσεις ή στις μεγάλες συναυλίες με την αναγκαία ηλεκτρική / ηλεκτρονική υποστήριξη - εξ ου και η ονομασία της εκπομπής, καθώς unplugged σημαίνει ουσιαστικά αποσύνδεση από την μπρίζα.

Από τα πιο αξέχαστα και εμβληματικά Unplugged ήταν εκείνα των Pearl Jam και των Nirvana, δύο συγκροτημάτων που τότε είχαν πολύ μεγάλη απήχηση παγκοσμίως και προέρχονταν από το χώρο του grunge. Ειδικά οι Peal Jam, που γενικά είχαν πιο σκληρό και ωμό ήχο, κυριολεκτικά έδωσαν ρέστα στις ακουστικές εκτελέσεις των τραγουδιών τους - κάτι που ανέδειξε επίσης την περιπλοκότητα των μελωδιών που οι περισσότερες ήταν εξαιρετικά δύσκολες και απαιτητικές.

Το MTV Unplugged έπαιζε σταθερά για μια δεκαετία (1989-1999) και στη συνέχεια, από το 2000 μέχρι το 2009, οι εκπομπές του ήταν πιο σπάνιες και η αλήθεια είναι ότι δεν είχαν πια εκείνον το νοσταλγικό και αυθόρμητα αυθεντικό χαρακτήρα της πρώτης δεκαετίας της ζωής του. Σίγουρα αυτό που έχει μείνει από τις ιστορικές εκείνες εποχές είναι η αίσθηση της ανεπιτήδευτης απλότητας και αμεσότητας που είχαν αυτές οι ακουστικές συναυλίες, που βασίζονταν αποκλειστικά στο απίστευτο ταλέντο των ανθρώπων που συμμετείχαν - μια αίσθηση που αδιαμφισβήτητα λειτουργεί σαν παρακαταθήκη και πολιτιστική κληρονομιά της δικής μας εποχής, πόσο μάλλον τώρα που όλο αυτό έχει χαθεί σε αρκετά μεγάλο βαθμό - ευτυχώς, τουλάχιστον, όχι εντελώς. 


 

Τετάρτη 1 Απριλίου 2026

Αιθερική Παρειδωλία

Τον Μάιο του 2018 επέστρεφα αεροπορικώς από ένα σύντομο ταξίδι στην πατρίδα μου τη Χίο. Απογευματινή πτήση, άνοιξη, ωραίος καιρός, ίσα που είχε αρχίσει να σουρουπώνει όταν το αεροπλάνο μας πετούσε ήδη πάνω από το καταγάλανο Αιγαίο. Το ταξίδι με το αεροπλάνο έχει κάτι το ιδιαίτερο - η αίσθηση και μόνο ότι βρίσκεσαι στον αέρα, ότι κυριολεκτικά πετάς πάνω από το κενό, πάντα προκαλεί ένα δέος και σε μεταφέρει σε μια άλλη διάσταση, ακόμα κι αν δεν το συνειδητοποιείς. Εκεί ψηλά, χιλιάδες πόδια πάνω από τη στέρεη επιφάνεια, όλα τα αισθάνεσαι διαφορετικά - και όλα φαίνονται διαφορετικά. 

Στα μισά περίπου της πτήσης, το αεροπλάνο μας ανέβηκε πάνω από τα σύννεφα, και πετούσε για αρκετά λεπτά πάνω από ένα κατάλευκο τοπίο που έμοιαζε με στρωμένο βαμβάκι. Ο ουρανός είχε αρχίσει να παίζει με τα χρώματα της δύσης, σχηματίζοντας στο βάθος του ορίζοντα εκτυφλωτικά φωτεινές λωρίδες προτού παραδοθεί στην απογευματινή μελαγχολία. Το βουητό του κινητήρα, σε συνδυασμό με τις στροφές τις έλικας, οριακά σε νανούριζαν και σου έδιναν την εντύπωση ότι κάπου εκεί ο χρόνος δεν κινούνταν με τον ίδιο ρυθμό, ούτε με την ίδια ταχύτητα.

Εκεί που τελείωνε η λευκή επιφάνεια, εμφανίστηκε ξαφνικά ένα παράξενο σχήμα. Υψωνόταν σε αρκετή απόσταση πάνω από τα σύννεφα και, καθώς το αεροπλάνο συνέχιζε την πορεία του, η μορφή που έπαιρνε έμοιαζε να γίνεται όλο και πιο συγκεκριμένη. Μέσα σε δευτερόλεπτα, σχηματίστηκε η σιλουλέτα ενός πολεμιστή πάνω σε άλογο, που εφορμούσε με ένα δόρυ στο χέρι. 

Στο σημείο λίγο πριν τη συγκεκριμένη λήψη, η εικόνα ήταν ακόμα πιο ξεκάθαρη και πειστική. Η παρειδωλία ήταν τόσο ζωντανή, που για κλάσματα του δευτερολέπτου το μυαλό μου ήταν σίγουρο ότι αυτό ήταν ακριβώς που είχε αντιληφθεί και επιπλέον θεωρούσε την εικόνα ενός έφιππου πολεμιστή με δόρυ πάνω στα σύννεφα απολύτως λογική και φυσιολογική. Η παρειδωλία σαν φαινόμενο είναι επιστημονικά αποδεδειγμένη και μας συμβαίνει συχνά. Πρακτικά πρόκειται για μια αντιληπτική παραμόρφωση κατά την οποία το μυαλό μας δίνει συγκεκριμένα ή οικεία σχήματα και μορφές σε συγκεχυμένες εικόνες. Το επιπλέον, ωστόσο, ενδιαφέρον στη δική μου εμπειρία είναι ότι για ελάχιστα κλάσματα του δευτερολέπτου το μυαλό μου και τα μάτια μου είχαν εκλάβει ως απόλυτα αναμενόμενη και λογική την εμφάνιση ενός πολεμιστή πάνω σε άλογο με ένα δόρυ στο χέρι, πάνω από τα σύννεφα, έξω από ένα αεροπλάνο, στα 30.000 πόδια πάνω από το Αιγαίο.

Αυτή η εμπειρία με έκανε να αναλογιστώ πόσο διαφορετικά λειτουργεί το μυαλό μας σε ιδιάζουσες συνθήκες. Μέσα σε ένα αεροπλάνο, σε τόσο ύψος, πάνω από τη θάλασσα, όλες οι "τιμές" αλλάζουν: άλλη ποσότητα οξυγόνου αναπνέουμε, η πίεση του αίματος διαφοροποιείται, και οπωσδήποτε ό,τι φτάνει στον εγκέφαλο και ό,τι παράγεται απ' αυτόν διαφέρει εξίσου. Κάτι που θα έβλεπα σε κανονικές συνθήκες και δεν θα έβγαζε νόημα, η λογική μου αμέσως θα επενέβαινε και θα το έκρινε παράλογο. Εκεί πάνω όμως, όπου δεν υπάρχουν παρά ελάχιστα εξωτερικά ερεθίσματα και αυτό που κυριαρχεί είναι αναπόφευκτα η αίσθηση του αναγκαστικού περιορισμού των κινήσεων, των σκέψεων και των δραστηριοτήτων, το μυαλό δεν ασχολείται και τόσο με τη λογική θέαση των πραγμάτων και περνάει εκείνη τη γραμμή που διαχωρίζει την αναμενόμενη καθημερινότητα από τη φαντασιακή πλευρά της ζωής.