Δεν ξέρω σε πόσους μπορεί να έχει τύχει να τους "στοιχειώσει" μια ταινία, σε μένα πάντως έχει συμβεί μερικές φορές, για διαφορετικούς λόγους και με διαφορετικούς τρόπους. "Στοίχειωμα" πάντως οριακά με την κυριολεκτική σημασία της λέξης έχω πάθει με μία ταινία σ' όλη τη διάρκεια της ζωής μου που βλέπω ταινίες (και έχω δει πάρα πολλές!) Ίσως να ήταν η συγκυρία, η εποχή, η ηλικία μου τότε (πήγαινα Λύκειο αν θυμάμαι καλά) - δεν μπορώ να ξέρω ποιοι ήταν οι πιο καθοριστικοί παράγοντες γι' αυτή την εξέλιξη, πάντως θυμάμαι ότι για πάρα πολλά χρόνια από τότε που την είδα, μου ερχόταν στο μυαλό χωρίς να το θέλω, και επίσης χωρίς να θέλω σκιαζόμουν και αγριευόμουν. Πρόκειται για την ταινία "Fortress", μια σχετικά underground αυστραλέζικη παραγωγή του 1985 (τονίζω το "αυστραλέζικη" καθώς αργότερα γυρίστηκαν κι άλλες ταινίες με τον ίδιο τίτλο, αλλά τελείως άλλο θέμα). Να πω εδώ ότι οι αυστραλέζικες ταινίες είναι πολύ ιδιαίτερες, έχουν ένα κλίμα πολύ διαφορετικό από τις αμερικανικές ή τις ευρωπαϊκές - ιδίως οι περιπέτειες: είναι πιο ρεαλιστικές, πιο αλουστράριστες, και ίσως γι' αυτό τις αντιλαμβάνεσαι και σε πιο άμεσο επίπεδο.
Στην ταινία αυτή, μια συμμορία κακοποιών απάγει τα παιδιά και τη δασκάλα ενός απομονωμένου μονοθέσιου σχολείου, με σκοπό να απαιτήσουν λύτρα με αντάλλαγμα την απελευθέρωση των ομήρων. Ένα από τα πλέον ανατριχιστικά στοιχεία της ιστορίας είναι ότι οι κακοποιοί έχουν καλυμμένα τα πρόσωπά τους με αποκριάτικες μάσκες - και μα την Παναγία, η σκηνή όπου εμφανίζονται σταδιακά έξω από τα παράθυρα του ισόγειου σχολείου φορώντας τες, πραγματικά κάνει και τα πιο καραμπινάτα θρίλερ να κλαίνε στη γωνία σε εμβρυική στάση. Σε κάποια φάση η δασκάλα, την οποία υποδύεται η Rachel Ward (η "Μέγκι" από την διάσημη σειρά "Τα πουλιά πεθαίνουν τραγουδώντας") με τη συνωμοτική βοήθεια δύο ή τριών μεγαλύτερων παιδιών (καθ΄ότι μονοθέσιο, το σχολείο έχει στην τάξη του παιδιά απ' όλες τις ηλικίες), κατορθώνει να ξεγελάσει τους κακοποιούς και μαζί με όλα τα παιδιά το σκάνε από την ομηρία.
Ωστόσο εκεί είναι που αρχίζει το πραγματικό θρίλερ, καθώς οι κακοποιοί τους κυνηγάνε ανελέητα σε βουνά, λαγκάδια, σπηλιές σκέτες, σπηλιές με νερό που φτάνει μέχρι το σαγόνι, χαντάκια, ποτάμια, σε ό,τι μπορεί να υπάρχει στην άγρια αυστραλέζικη ύπαιθρο. Ώσπου κάποια στιγμή τα θύματα φτάνουν στο αμήν, παύουν πια να είναι τα θηράματα και γίνονται οι θηρευτές. Αναπάντεχα για τους κακούς, οι οποίοι ποντάρουν όχι τόσο στη δύναμη των όπλων τους όσο στον φόβο που εμπνέπουν στα θύματά τους, παρασυρμένοι από αυτήν ακριβώς την (ψευδ)αίσθηση υπεροχής, δεν αντιλαμβάνονται καν το σημείο εκείνο όπου τα θύματα φτάνουν πια στο ανώτερο όριο του φόβου, που πρακτικά σημαίνει ότι από εκεί και πέρα ο φόβος μεταλλάσσεται σε αναισθησία και αυτόματα ξεκινάει η αντίστροφη μέτρηση για τους μέχρι τότε κυρίαρχους. Η κατάληξη είναι εντελώς αντρεπτική, αδυσώπητη και εξίσου ανατριχιαστική με την έναρξη, αλλά αυτή τη φορά μαζί με κάθαρση και δικαίωση για τα παιδιά και τη δασκάλα τους.
Νομίζω πως πρόκειται πλέον για μία ταινία εντελώς cult (αν δεν είναι ήδη, σίγουρα θα γίνει στο μέλλον), ιδίως αν σκεφτεί κανείς πόσο απλό ουσιαστικά είναι το σενάριό της αλλά και τα τεχνικά της μέσα. Ένα θρίλερ που δεν το πιάνει το μάτι σου αρχικά, αλλά φροντίζει να σε κάνει να το παρακολουθείς και με τα δύο γουρλωμένα, μεταδίδοντάς σου ακόμα και την παραμικρή εναλλαγή στα συναισθήματα των ηρώων, οι οποίοι καταφέρνουν τελικά να υπερισχύσουν επιστρατεύοντας πρωτίστως κάτι που οι κακοποιοί προφανώς περιφρονούσαν: το μυαλό. Αυτά επίσης για όσους πιστεύουν ότι το επάγγελμα του δασκάλου είναι εύκολο!




