Τετάρτη 25 Μαρτίου 2026

Ο Πειρατής (William Henry Poe)

Είχα πάει στην Αβάνα το καλοκαίρι του 182- για δουλειά, κι αφού τακτοποίησα το ζήτημά μου όπως ήθελα, κανόνισα να επιστρέψω μ’ ένα καράβι με προορισμό τη Νέα Υόρκη. Ενώ ταξιδεύαμε για λίγες μόλις ώρες, άρχισα να νιώθω εξάντληση και έντονους πόνους, τα πρώτα συμπτώματα του κίτρινου πυρετού. Όσο πήγαινα και χειροτέρευα, και σαν να μην έφτανε αυτό, το καράβι μας άρχισε να κουνάει άγρια, και μ’ έπιασε μια ναυτία άνευ προηγουμένου. Θα έδινα τα πάντα για να πάω ν’ αφήσω την τελευταία μου πνοή σ’ ένα ήσυχο μέρος, καθώς ένιωθα ότι αυτό ήταν το μόνο που μπορούσα να ευχηθώ. Αποκαμωμένος από την αδυναμία και εντελώς εξαντλημένος, αποκοιμήθηκα ώσπου με ξύπνησε ένας παράξενος θόρυβος. Στην αρχή νόμιζα ότι ήταν απλά της φαντασίας μου, αλλά καθώς δυνάμωνε ολοένα και περισσότερο, πείστηκα πως ό,τι άκουγα ήταν αληθινό. Λίγο αργότερα, η πόρτα της καμπίνας μου άνοιξε και είδα κόσμο να κατεβαίνει. Ο καπετάνιος μας πλησίασε τo κρεβάτι μου και μου είπε ότι το πλοίο μας το είχαν καταλάβει πειρατές κι ότι κατευθυνόμασταν τώρα προς τη στεριά. Άκουσα τις πρώτες λέξεις της κουβέντας του με μια απάθεια που μόνο η ασθένειά μου μπορούσε να δικαιολογήσει, αλλά η αναφορά και μόνο στη στεριά είχε πάνω μου μαγική επίδραση. Στη συνέχεια με πλησίασε ένας νέος άντρας που μου είπε να μην ανησυχώ, καθώς δεν είχαν σκοπό να μου κάνουν κακό, κι ότι θα μου παρείχαν όση φροντίδα χρειαζόμουν. Ρώτησε να μάθει για τη φύση και την κατάσταση της ασθένειάς μου και μου πρόσφερε ένα δροσιστικό ποτό που ομολογουμένως μου έκανε πολύ καλό. Δεν αργήσαμε να ρίξουμε άγκυρα, και με ενημέρωσαν ότι το καράβι μας θα παρέμενε δεμένο για μία-δύο μέρες κι αφού θα έπαιρναν μέρος από το φορτίο μας, θα μας επέτρεπαν να συνεχίσουμε το ταξίδι μας. Ο νέος άντρας ήρθε ξανά και σχολίασε ότι θα είχα καλύτερη φροντίδα στη στεριά, όπου θα ηρεμούσα μακριά από το θόρυβο και την αναστάτωση που επικρατούσαν στο καράβι. Συμφώνησα με χαρά και το απόγευμα με έβαλαν σε μια βάρκα και με μετέφεραν σε μια καλύβα κοντά στην ακτή. Εκεί μου φέρθηκαν με ευγένεια και με κάθε προσοχή. Ήμουν ήδη τρεις μέρες στη στεριά όταν ήρθε να με δει ο νέος άντρας (ο οποίος, στο μεταξύ, κατάλαβα πως ήταν ο καπετάνιος των πειρατών)ο οποίος μου είπε ότι το καράβι μας θα έφευγε σε μια ώρα, κι ότι ήμουν ελεύθερος να επιβιβαστώ και να φύγω αν ήθελα, με ενημέρωσε ωστόσο ότι, λόγω της κατάστασης της υγείας μου, κάτι τέτοιο μπορεί και να κόστιζε τη ζωή μου. Πρόσθεσε πως, αν του είχα αρκετή εμπιστοσύνη, και άντεχα να παραμείνω εκεί για έναν μήνα περίπου, θα κατάφερνε να με αφήσει σε μιαν ακτή της Κούβας, κι από κει θα έβρισκα εύκολα μέσο για να γυρίσω στην πατρίδα μου. Φοβούμενος ότι οποιαδήποτε μετακίνηση στην κατάστασή μου ισοδυναμούσε με βέβαιο θάνατο, κι επιπλέον καθώς επιθυμούσα διακαώς να μάθω περισσότερα γι’ αυτόν τον άνθρωπο που έδειχνε να είναι τελείως διαφορετικός απ’ ό,τι είχα ακούσει για τους άντρες που εμπλέκονταν σε δραστηριότητες σαν τη δική του, δέχτηκα την πρότασή του. Σε μια βδομάδα περίπου είχα αναρρώσει ικανοποιητικά κι ένιωθα βαθιά ευγνωμοσύνη για την καλοσύνη που μου είχε δείξει ο νεαρός παράνομος. Ένα απόγευμα μπήκε στο δωμάτιό μου και εξέφρασε τη χαρά που ένιωθε βλέποντας ότι είχα γίνει καλά, καθώς το επόμενο πρωί θα έφευγε για την άλλη πλευρά των νησιών και ήθελε να τον συνοδεύσω, μιας και υπήρχε πιθανότητα να συναντήσουμε κάποιο πλοίο με προορισμό τις Ηνωμένες Πολιτείες, με το οποίο θα μπορούσα να γυρίσω πίσω, κι έτσι σαλπάραμε μαζί το επόμενο πρωί.

Ήταν σχεδόν μεσάνυχτα στην καμπίνα όπου αναπαυόμουν, όταν ξύπνησα από έναν βαρύ αναστεναγμό. Σήκωσα το κεφάλι μου και είδα τον καπετάνιο να χαμογελάει κοιτάζοντας ένα μικρό αλλά ιδιαίτερα όμορφο στιλέτο το οποίο κρατούσε σηκωμένο προς το φως σαν να ήθελε να το δει πιο καθαρά. Μπροστά του, απ’ όσο μπορούσα να διακρίνω, ήταν ακουμπισμένο ένα μικροσκοπικό πορτρέτο. Τα μάτια του ήταν δακρυσμένα και φαινόταν πολύ συγκινημένος. Λίγα λεπτά αργότερα, έκλεισε τα αντικείμενα στο γραφείο του και ανέβηκε στο κατάστρωμα. Κάθισα και αναλογίστηκα για πολλή ώρα πόσο ξεχωριστός ήταν αυτός ο άνθρωπος, που φαινόταν ότι ήταν φτιαγμένος για καλύτερα πράγματα από το να είναι καπετάνιος σε πειρατικό πλοίο. Δεν ήταν πολύ ψηλός, είχε λεπτό παράστημα, και θα πρέπει να είχε υπάρξει πολύ όμορφος αλλά τα βάσανα της ζωής είχαν σημαδέψει το μέτωπό του. Τα μαλλιά του είχαν μια υποψία πρόωρων γηρατειών, αν και δεν θα πρέπει να ήταν περισσότερο από εικοσιτριών χρονών.

Το επόμενο βράδυ αποφάσισα να τον παρακολουθήσω για να δω αν θα έβγαζε και πάλι να δει το στιλέτο. Σε λίγο κατέβηκε, κάθισε και πάλι σε στάση περισυλλογής για την ίδια περίπου ώρα και στη συνέχεια άνοιξε το γραφείο και πάλι τα μάτια μου αντίκρισαν το στιλέτο. Η περιέργειά μου νίκησε τότε και αναφώνησα: “Τι ωραίο και παράξενο που είναι αυτό το λεπίδι!” Αναπήδησε λες και τον είχαν πυροβολήσει, αλλά γρήγορα συνήλθε και είπε μ’ ένα βλέμμα λες και αντιδρούσε στις σκέψεις μου: “Γιατί το λέτε αυτό;” Ξαφνιάστηκα, αλλά εκείνος αμέσως συνέχισε: “Αφού θέλετε τόσο πολύ να μάθετε την ιστορία μου, θα σας την πω. Το βλέπετε αυτό;” ρώτησε τραβώντας το ελαφρύ θηκάρι και φέρνοντας το στιλέτο μπροστά μου. “Αίμα”, απάντησα ενώ αυτό που έβλεπα που έφερνε ναυτία. “Ναι, αίμα, είναι αίμα! Θα έδινα όλο το δικό μου αίμα για να σώσω μια σταγόνα από αυτό εδώ. Κι όμως -”, πρόσθεσε ταραγμένος, “ήμουν εγώ που το έκανα να χυθεί”. Έκρυψε το πρόσωπό του στις παλάμες του και αναστέναξε με πόνο. Σε λίγα λεπτά είχε κάπως συνέρθει και άρχισε ν’ αφηγείται την ιστορία του.

“Δεν θα σας πω πολλά για την παιδική μου ηλικία – απλώς ότι έχασα πολύ μικρός τους γονείς μου και ανέλαβε να με μεγαλώσει ένας συγγενής. Πέρασα καλά και μόνο σαν λέξη ήξερα τη στενοχώρια, μέχρι που έγινα δεκαοχτώ χρονών. Τότε ήταν που ερωτεύτηκα, κι ήταν λες και ξαναγεννήθηκα. Μα ναι, αν αγάπησε ποτέ κανείς με απόλυτο πάθος, αυτός ήμουν εγώ. Ήμουν ονειροπόλος και ρομαντικός, το ίδιο και η Ρόζαλι. Δε θα σας περιγράψω τις λιγοστές ευτυχισμένες μας στιγμές – δε θέλω να σας κουράσω αλλά ούτε και να αναγκάσω το μυαλό μου να τις θυμηθεί. Υποσχέθηκε να με παντρευτεί και ορκίστηκε ότι θα ήμουν ο μοναδικός στον οποίο θα έδινε το χέρι της. Αχ φίλε μου, είσαι πολύ νέος ακόμα, αλλά να έχεις το νου σου να μην εμπιστευτείς ποτέ την καρδιά και την ευτυχία σου σε μια γυναίκα! Γι’ αυτό εγώ έγινα αυτό που έγινα – ένας δυστυχισμένος παράνομος, ένας δολοφόνος, ένα πλάσμα απελπισμένο, με ραγισμένη καρδιά.” Χοντροί κόμποι ιδρώτα είχαν κατέβει στο μέτωπό του, και μετά από μια μικρή παύση, συνέχισε:

“Ήμουν υπερβολικά φτωχός για να μπορέσω να παντρευτώ, αλλά πίστευα ότι είχα ικανότητες από τις οποίες θα μπορούσα να κερδίσω χρήματα. Δέχτηκα λοιπόν την προσφορά ενός φίλου μου να συμμετάσχω σ’ ένα εμπορικό ταξίδι με προορισμό τις Δυτικές Ινδίες, και καθώς η υγεία μου ήταν εύθραυστη, οι φίλοι μου είχαν την πεποίθηση ότι το κλίμα εκεί θα έκανε καλό στον οργανισμό μου. Αποχαιρέτησα την πατρίδα μου και τη Ρόζαλι – ακόμα θυμάμαι το φιλί μας! Εκείνο το αποχαιρετιστήριο φιλί, που ήταν και το τελευταίο.

Περάσαμε έναν χρόνο περίπου με εμπορικές δραστηριότητες σε διάφορα λιμάνια και παρ’ όλο που με κάθε ευκαιρία έστελνα γράμματα στην πατρίδα, δεν είχα λάβει ποτέ καμία απάντηση. Το πόσο χαρούμενος και ενθουσιασμένος ήμουν καθώς το καράβι μας πλησίαζε στην πατρίδα, καμία γλώσσα δε μπορούσε να το περιγράψει, και καθώς το μυαλό μου πλημμύριζε από τρυφερές αναμνήσεις, ούτε για μια στιγμή δεν σκέφτηκα ότι η Ρόζαλί μου μπορεί να με είχε κοροϊδέψει – θα μου ερχόταν ντροπή αν έκανα αυτή τη σκέψη.

Ήταν νύχτα όταν το πλοίο μας έπιασε λιμάνι, κι εγώ κίνησα τρέχοντας με χτυποκάρδι για το σπίτι της.

Ξέχασα να πω για το στιλέτο – το είχα αγοράσει μαζί με άλλα μπιχλιμπίδια επειδή ήταν τόσο όμορφο, και εκείνη τη μέρα το είχα κρύψει άσκεφτα στην τσέπη του γιλέκου μου.

Η είσοδος του σπιτιού της ήταν φωτισμένη και ακουγόταν μουσική, εγώ όμως ήθελα να τη δω μόνη της κι έτσι μπήκα από την πόρτα του κήπου. Τα πάντα μού θύμιζαν τις ευτυχισμένες ώρες που είχα περάσει μαζί της. Προχώρησα προς τις κατοικίες του υπηρετικού προσωπικού, με σκοπό να στείλω κάποιον να μεταφέρει το μήνυμά μου στη Ρόουζ. Η πρώτη που συνάντησα είχε πολλές φορές κάνει τον αγγελιοφόρο ανάμεσά μας, αλλά δεν με αναγνώρισε ώσπου της μίλησα και τότε αναφώνησε: ‘Αχ κύριέ μου, εσείς είστε! Η δεσποινίς Ρόουζ πρόκειται να παντρευτεί σε μισή ώρα!’ κι έβαλε τα κλάματα. Ακόμα απορώ με την ψυχραιμία που έδειξα εκείνη τη στιγμή, καθώς την άκουγα να εξιστορεί το πώς είχαν τα πράγματα: εν ολίγοις, ένας πλούσιος μνηστήρας τής έκανε πρόταση γάμου κι εκείνη δέχτηκε. Ρώτησα την υπηρέτρια αν μπορούσε να με βοηθήσει να της μιλήσω, αλλά μου είπε ότι ήταν αδύνατο – ωστόσο αν περίμενα στον διάδρομο ίσως να μπορούσα να τη δω καθώς θα έμπαινε στο δωμάτιο. Αυτό έκανα λοιπόν, και καθώς ήταν μόνο μια μικρή λάμπα αναμμένη, δε μπορούσαν εύκολα να με δουν. Την άκουσα να γελάει και να φλυαρεί χαρούμενα στη γκαρνταρόμπα της και παράξενα συναισθήματα με κατέκλυσαν. Χίλια φώτα χόρευαν μπροστά στα μάτια μου, δε μπορούσα να αναπνεύσω και με είχε καταλάβει μια αφόρητη αίσθηση πόνου. Όταν συνήρθα, ήμουν ακουμπισμένος στον τοίχο και το χέρι μου είχε αρπάξει ασυναίσθητα τη λαβή του στιλέτου.

Η πόρτα άνοιξε και η Ρόζαλι πέρασε με τις υπηρέτριές της στον διάδρομο. Περίμενα μέχρι να βρεθεί απέναντί μου και τότε έριξα πίσω την κουκούλα με την οποία είχα κρύψει το πρόσωπό μου ενώ της φώναξα: ‘Με θυμάσαι; Εγώ είμαι, ο Έντγκαρ Λίοναρντ!’ Ούρλιαξε ακούγοντας το όνομά μου κι εγώ έμπηξα το στιλέτο στην καρδιά της.”

Σώπασε για λίγο. Σε κατάσταση σύγχυσης, δάγκωσε τα χείλια του τόσο δυνατά που μάτωσαν και το αίμα έσταξε στο τραπέζι μπροστά του. Λίγο αργότερα είχε συνέρθει κάπως και αφού κατέβασε βιαστικά ένα ποτήρι κρασί, συνέχισε:

“Δε θυμάμαι τίποτα απ’ ό,τι έγινε μετά, μέχρι που βρέθηκα έξω στον δρόμο. Ένιωθα το χέρι μου σαν κοκαλωμένο, κι όταν το σήκωσα για να το δω στο φως το φεγγαριού, διαπίστωσα ότι ήταν από το αίμα – το αίμα της Ρόζαλι. Και το στιλέτο μου ήταν κι αυτό μαύρο – γεμάτο από το αίμα εκείνης για την οποία, μόλις λίγη ώρα πριν αποκαλυφθεί η επιπολαιότητά της, ήμουν ικανός να δώσω όλο το δικό μου χωρίς δεύτερη σκέψη! Δεν ξέρω πώς τα κατάφερα, πάντως βρέθηκα σε μια βάρκα και με θυμάμαι να λέω σε κάποιους να με πάνε ως την απέναντι ακτή. Ήθελα να φύγω όσο πιο μακριά γινόταν και σάλπαρα με ψεύτικο όνομα για την Κολομβία με σκοπό να μπω στον στρατό των Πατριωτών. Κατά τη διάρκεια του ταξιδιού μας, μάς κατέλαβε αυτό εδώ το καράβι και καθώς ήμουν διωγμένος από την κοινωνία, με χαρά έγινα μέλος του πληρώματός του κι όταν ο καπετάνιος τους πέθανε, με επέλεξαν για αρχηγό τους.

Η ζωή μ’ έχει εξαντλήσει, όμως ενώ είμαι δολοφόνος, μου είναι αδύνατο να αυτοκτονήσω. Έχω φλερτάρει με τον θάνατο, αλλά με αμπώχνει, επομένως είναι αλήθεια ότι:

‘Περισσότερο μένει η επιθυμία για ζωή
σ’ αυτούς που να πεθάνουν αποζητούν πιο πολύ.’

Τώρα λοιπόν ξέρετε την ιστορία της καταραμένης μου ζωής, αλλά έχω και κάτι ακόμα να μοιραστώ μαζί σας.” Και λέγοντας αυτό, άνοιξε ένα μπαούλο κι έβγαλε από μέσα ένα πουγγί με χρυσό. “Πάρτε το”, είπε, “ίσως να σας κάνει το καλό που δεν έκανε σε μένα. Αν και…” συμπλήρωσε με πικρία, “κάποτε ίσως και να με είχε κάνει τον πιο ευτυχισμένο άνθρωπο που το είχε ποτέ στην κατοχή του.” Σώπασε απότομα και σφίγγοντας τις γροθιές του πάνω στο μέτωπό του, τρέκλισε και σωριάστηκε αναίσθητος στο πάτωμα, δίνοντάς μου χρόνο για να συνέλθω κι εγώ από την αναστάτωση που μου είχε προκαλέσει η αφήγησή του. Επανήλθε σιγά – σιγά και όταν πια φάνηκε πως όλα είχαν περάσει κάπως, επιχείρησα να τον πείσω να αποκηρύξει τη ζωή που ζούσε και να επιστρέψει στις αγκάλες της πολιτισμένης κοινωνίας. “Ποτέ!” αναφώνησε, με μια αποστροφή που με έκανε να λουφάξω από τον φόβο μου. “Ποτέ η παράνομη παρουσία μου δεν πρόκειται να μολύνει το χώμα της πληγωμένης πατρίδας μου. Κάποια ξαφνική πράξη εκδίκησης ίσως κάποτε αφανίσει την μισητή μου ύπαρξη. Αλλά το να υπομένω στα γεράματά μου τα κεντριά των τύψεων τα οποία τρυπάνε και βασανίζουν την ένοχη συνείδησή μου, θα είναι χειρότερο κι από χίλιους θανάτους στον ωκεανό, όπου κάθε μου ίνα θα υπέφερε σ’ αυτόν τον αγώνα.” Η αποφασιστικότητά του με έκανε να σιωπήσω, και δεν είχα καμία διάθεση μετά να επιχειρήσω να του αλλάξω γνώμη.

Λίγες μέρες αργότερα, πετύχαμε ένα καράβι με προορισμό το Τσάρλστον, όπου κι εξασφάλισα μια θέση. Αφού αποχαιρέτησα θερμά τον νεαρό ναύκληρο του πειρατή, στην φροντίδα και την καλοσύνη του οποίου όφειλα κυρίως την αποκατάσταση της υγείας μου, συνεχίσαμε την πορεία μας προς την πατρίδα, και η βαρκούλα του γρήγορα χάθηκε από τα μάτια μας. Όταν πια δεν διακρινόταν τίποτα στον ορίζοντα (ενώ όλη αυτή την ώρα εγώ έστεκα ακίνητος στο κατάστρωμα), αποσύρθηκα στην καμπίνα όπου διαπίστωσα ότι όχι μόνο οι αποσκευές μου είχαν καταφτάσει και τοποθετηθεί προσεκτικά εκεί κατόπιν διαταγής του, αλλά κι ότι ο χρυσός που είχα συνειδητά αφήσει στην καμπίνα του πειρατικού πλοίου είχε ήδη παραδοθεί στον καπετάνιο ο οποίος είχε εντολή να τον δώσει σε μένα.

Ύστερα από ένα ευχάριστο ταξίδι πέντε ημερών φτάσαμε στο λιμάνι του προορισμού μας και καθώς ήταν μέρα εκκλησιασμού όταν ρίξαμε άγκυρα, το πρώτο πράγμα που έκανα ήταν να επισκεφθώ την εκκλησία και να εκφράσω την ευγνωμοσύνη μου για την εύνοια της θείας πρόνοιας απέναντί μου – χωρίς φυσικά να ξεχάσω να εντάξω στις ευχαριστίες μου και μια προσευχή για τον δύστυχο πειρατή.


Μετάφραση: Βερίνα Χωρεάνθη (Nerin Bloom), Μάρτιος 2026


Ο Χένρι Ουίλιαμ Λίοναρντ Πόε ήταν ο μεγαλύτερος αδελφός του Έντγκαρ Άλαν Πόε. Τα δύο αδέρφια δεν είχαν την ευκαιρία να περνούν πολύ χρόνο μαζί καθώς μεγάλωσαν χωριστά, είχαν ωστόσο πολύ καλή σχέση – μάλιστα το τελευταίο διάστημα της ζωής του Χένρι, ο Έντγκαρ ήταν στο πλευρό του. Στα είκοσί του χρόνια, ο Χένρι έγινε ναύτης και κατόπιν έκανε πολλά ταξίδια, κάτι που του χάρισε το παρατσούκλι “Ο Πειρατής”. Έγραψε το παραπάνω διήγημα το 1827, με πηγή έμπνευσης τη σχέση του Έντγκαρ με την Ελμίρα Ρόιστερ, ενώ ο νεαρός πειρατής που πρωταγωνιστεί σ’ αυτό συνδυάζει τα ονόματα των δύο αδελφών (Έντγκαρ Λίοναρντ). Υπάρχουν υπόνοιες ότι ένα κομμάτι της ιστορίας ίσως και να γράφτηκε από τον Έντγκαρ, κάτι που ωστόσο δεν μειώνει την αξία του κειμένου, ίσα-ίσα του προσδίδει ακόμα μεγαλύτερο ιστορικό και λογοτεχνικό ενδιαφέρον. Ο Χένρι Πόε πέθανε σε ηλικία μόλις 24 ετών από φυματίωση, αφήνοντας πίσω του, κυρίως, ποιήματα, ενώ ο θάνατός του φαίνεται να επηρέασε το μετέπειτα έργο του Έντγκαρ όπου είναι τόσο έντονο το γοτθικό και το μελαγχολικό στοιχείο.

Η φωτογραφία είναι από το Pixabay (EyeShotYou Photography / Billy A, 2020, free for use under the Pixabay Content License), με χειροκίνητη επεξεργασία δική μου με το πρόγραμμα Adobe Photoshop CS4.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου